Πυραυλική απειλή εξ ανατολών…

Με αφορμή την σημερινή πληροφορία ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις παρέλαβαν τους πρώτους πυραύλους μικρού βεληνεκούς τουρκικής κατασκευής, αναδημοσιεύω κείμενο-ανάλυσή μου τού 2002 σχετικό με το θέμα. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Απογευματινή, 22.06.2002, σ. 15

Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική εξωτερική αλλά και η αμυντική πολιτική έναντι της Τουρκίας έχουν βασισθεί στην υπόθεση εργασίας ότι η συμπεριφορά τού στρατοκρατικού καθεστώτος της Τουρκίας έχει αλλάξει ή μπορεί να αλλάξει. Προσθέτουν μάλιστα ότι θα αλλάξει η Τουρκία λόγω της ευρωπαϊκής της πορείας (ωσάν αυτή η πορεία να είναι μονόδρομος…) και λόγω των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων της.

Η εν λόγω υπόθεση εργασίας είναι, πρώτον, αντίθετη με τους από την εποχή του Θουκυδίδη διαπιστωμένους νόμους λειτουργίας του διεθνούς συστήματος: του ανταγωνισμού της ισχύος και της μεγιστοποίησης της ασφάλειας κάθε κράτους. Είναι, δεύτερον, μεθοδολογικά λανθασμένη, καθώς εκφράζει ένα ευνοϊκό για την Ελλάδα σενάριο, ενώ είναι γνωστό πως η εξωτερική και κυρίως η αμυντική πολιτική χαράσσονται με βάση το χειρότερο πιθανό ενδεχόμενο. Και, τρίτον, ακυρώνεται από την συμπεριφορά της Τουρκίας κατ’ αυτήν την ίδια την περίοδο της περίφημης Ελληνοτουρκικής «φιλίας».

Η Τουρκία, λοιπόν, μετά από πενταετείς προσπάθειες να αποκτήσει τα μυστικά τής πυρηνικής ενέργειας με την κατασκευή στο Ακούγιου ενός εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνική, έκανε και το επόμενο βήμα: αποκτά βαλλιστικούς πυραύλους. Όπως πληροφορούμαστε, τον Δεκέμβριο του 2001 η Τουρκία δοκίμασε επιτυχώς έναν κινεζικής τεχνολογίας αλλά δικής της κατασκευής βαλλιστικό πύραυλο 150 χιλιομέτρων βεληνεκούς.

Το συγκεκριμένο γεγονός πρέπει να μας ανησυχεί λόγω των πολύ αρνητικών συνεπειών που θα έχει για την Ελλάδα η εντός ολίγου βέβαιη απόκτηση από την Τουρκία του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος. Ας εξετάσουμε τα βραχυπρόθεσμα στρατιωτικά πλεονεκτήματα για την Τουρκία, με την υπόθεση εργασίας ότι το βεληνεκές των Τουρκικών πυραύλων θα περιορισθεί μόνο σε 150 χλμ. και θα φέρουν συμβατική γόμωση.

Η Τουρκία:
1. θα έχει στο έλεος των πυραύλων της ολόκληρη τη Θράκη, την πλειοψηφία των νησιών του Αιγαίου, αλλά και την Κύπρο.
2. θα διαθέτει ένα ασφαλές πρώτο χτύπημα, καθώς αποτελεσματική άμυνα εναντίον βαλλιστικών πυραύλων δεν υπάρχει.
3. θα διαθέτει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού λόγω της μικρού χρόνου διάρκειας πτήσης των πυραύλων και, γενικότερα, την πρωτοβουλία των στρατιωτικών κινήσεων.

Στο διπλωματικό επίπεδο αυτό συνεπάγεται:
1. αύξηση διεθνώς του κύρους της Τουρκίας, καθώς θα επιχειρήσει να προβάλει την πυραυλική της ικανότητα ως πλεονέκτημα έναντι κάποιων γειτόνων της (π.χ., Ιράκ).
2. αύξηση της ισχύος της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και μεγαλύτερη αξιοπιστία στο Τουρκικό casus belli.
3. σημαντική βελτίωση των διαθεσίμων συντελεστών ισχύος σε περίοδο κρίσης ή σε διαπραγματεύσεις.

Η Ελλάδα από την πλευρά της θα πρέπει, λογικά πράττοντας, να εξισορροπήσει την Τουρκική απειλή:
1. αποκτώντας μία αντίστοιχη πυραυλική απειλή ή δημιουργώντας μία άλλη στρατιωτική απειλή ή αποκτώντας μεγάλο αριθμό αντιβαλλιστικών συστημάτων· σε κάθε περίπτωση δηλαδή, αυξάνοντας τις αμυντικές της δαπάνες.
2. αναθεωρώντας το αμυντικό της δόγμα και την από μέρους μας στοχοθέτηση των Τουρκικών δυνάμεων.
3. επανεξετάζοντας το θέμα του στρατηγικού της βάθους.
4. επιβάλλοντας διπλωματικό κόστος στην Τουρκία και ιδιαίτερα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όμως οι πλέον δυσάρεστες συνέπειες θα εμφανισθούν μεσοπρόθεσμα όταν, όπως αποδεικνύεται από την ιστορία όλων των πυραυλικών προγραμμάτων, το βεληνεκές των Τουρκικών πυραύλων θα διπλασιασθεί, θα τριπλασιασθεί, κ.ο.κ., και ολόκληρη η Ελλάδα θα καλύπτεται από την ακτίνα δράσης τους. Για να ολοκληρωθεί δε η εικόνα, ας σκεφθεί ο οιοσδήποτε τι μπορεί να συμβεί αν τελικά η Τουρκία καταφέρει (επιστημονικά και πολιτικά) να αποκτήσει έστω και μικρής ισχύος πυρηνικά όπλα, τα οποία θα τοποθετηθούν στους βαλλιστικούς της πυραύλους.

Η Τουρκία έχει συνεπώς διαβεί τον Ρουβίκωνα της πυραυλικής και της πυρηνικής τεχνολογίας. Σύντομα θα βρίσκεται ante portas. Υπάρχει ελάχιστος χρόνος για να αντιδράσουμε τόσο στο διπλωματικό όσο και στο επίπεδο των εξοπλισμών. Τούτο πρέπει να συνειδητοποιηθεί σε πείσμα της όποιας περιρρέουσας συβαριτικής νοοτροπίας και έχοντας στο νου τη διδαχή του Θουκυδίδη (Δ92) ότι «την ελευθερία του απέναντι στους γείτονες εξασφαλίζει κανείς μόνο αν είναι έτοιμος να αντισταθεί».

Advertisements
Κλασσικό

Πρώτες εκτιμήσεις μετά την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ

Η πρώτη βεβαιότητα – μικρής σημασίας – είναι ότι οι δημοσκοπήσεις, παρά και την χρήση επιπλέον νέων τεχνολογιών, στην μεγάλη τους πλειονοψηφία έπεσαν έξω, τουλάχιστον στον αριθμό των εκλεκτόρων. Και αυτό γιατί οι ΗΠΑ είναι μία μεγάλη σε έκταση χώρα και η Αμερική των μέσων και μεσοδυτικών πολιτειών είναι αρκετά διαφορετική από εκείνη της ανατολικής ή της δυτικής ακτής, που συνήθως γνωρίζει ο μέσος Έλληνας ή Ευρωπαίος πολίτης.

Τούτο θα πρέπει να το λάβουν υπόψη τους και οι εγχώριοι σχολιαστές εκ των οποίων, οι περισσότεροι, χωρίς να έχουν πατήσει το πόδι τους στις ΗΠΑ, έσπευσαν και αναλύσεις να κάνουν και να προβλέψουν, αναπαράγοντας βασικά το αφήγημα των μεγάλων Μέσων Ενημέρωσης.

Ως προς την ουσία, το γιατί δηλαδή δεν κέρδισε η Κλίντον, μπορούμε να σκεφτούμε πως:

έχασε κάποιες πολιτείες του Βορρά, που είναι παραδοσιακά κάστρα των Δημοκρατικών, στις οποίες οι λευκοί ψηφοφόροι επλήγησαν από την αποβιομηχανοποίησή τους.
ενδεχομένως, σε κάποιες πολιτείες, όπως στη Φλώριδα, η λεγόμενη «ισπανική» ψήφος δεν ήταν τόσο συμπαγής, ίσως και λόγω αντίδρασης των Κουβανών εξόριστων στην πρόσφατη συμφωνία με την Κούβα.
οι ανακοινώσεις και οι έρευνες, ειδικά η τελευταία, του FBI την έβλαψαν ανεπανόρθωτα.
Η δεύτερη, η αβεβαιότητα, είναι ότι ξέρουμε πολύ λίγα για τον νέο Πρόεδρο, ο οποίος, ήδη, στον πρώτο του μετεκλογικό λόγο, τοποθετήθηκε με διαφορετικό ύφος και περιεχόμενο από ότι προεκλογικά.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, πέραν του φράχτη με το Μεξικό και του περιορισμού της μετανάστευσης, είχε δηλώσει ότι θα έχει καλύτερες σχέσεις με τη Ρωσία, ότι οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ θα πρέπει να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, ενώ έχει ταχθεί και κατά της συμφωνίας των Παρισίων (2015) για το περιβάλλον.

Σε ό,τι αφορά εμάς και την Κύπρο, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια αλλαγή. Ο Τραμπ είχε συναντηθεί με τους Νετανιάχου και Μόρσι πριν τις εκλογές, και φαίνεται πως με αυτούς θα μιλήσει για την πολιτική του στη ΝΑ Μεσόγειο. Αν κρίνουμε δε από την στάση των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο, φαίνεται πως (και λόγω Νετανιάχου) η συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν μπορεί να είναι βραχύβια.

Όσο για τους πανηγυρισμούς που ακούσθηκαν στην Άγκυρα, θεωρώ ότι βιάζονται..! Ξεχνώντας ότι ο Τραμπ αρνήθηκε να συναντήσει τον Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, πιστεύουν ότι οι Ρεπουμπλικάνοι δεν θα υποστηρίζουν τους Κούρδους της Συρίας, ότι θα τους επιτραπεί να συμμετάσχουν στον διαμελισμό ή στην όποια συμφωνία για τη Συρία, και ότι θα τους παραδοθεί ο Γκιουλέν… Αν όμως τελικά η προσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας πραγματοποιηθεί, τότε το ζήτημα της Συρίας θα λυθεί κατά το πώς θα κρίνει η «ισχυρή» Αμερική τα συμφέροντά της, σε συνδυασμό με εκείνα της Ρωσίας. Και σε κάθε περίπτωση, αν η νέα κυβέρνηση ακούσει κάποιους στην περιοχή θα είναι ο Νετανιάχου και ο Σίσι, που δεν είναι οι καλύτεροι φίλοι του Ερντογάν.

Τέλος, για όσους τυχόν ανησυχούν, υπάρχει μία ακόμη βεβαιότητα: ότι το αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι το κατ’εξοχήν σύστημα των θεσμικών αντίβαρων (“checks and balances”). Και με δεδομένες τις προεκλογικές συγκρούσεις επιφανών μελών του με τον Τραμπ, ίσως το ρεπουμπλικανικό Κονγκρέσο να μην είναι και τόσο πρόθυμο απέναντι στο νέο Πρόεδρο ή φιλικό στις πολιτικές του.

Κλασσικό