Τουρκία με σταθερά βήματα προς την αστάθεια

1. Το παρελθόν

Η τελευταία δεκαπενταετία, η οποία ταυτίζεται με την άνοδο και την κυβέρνηση της χώρας από τον Ερντογάν, μπορεί να θεωρηθεί ως μία περίοδος αύξησης της ισχύος της Τουρκίας. Η χώρα πέτυχε να βελτιώσει την οικονομία της, να θεωρηθεί από τη Δύση ως ένα παράδειγμα δημοκρατίας με μουσουλμανικό άρωμα που άξιζε να προωθηθεί στη Μέση Ανατολή, ενώ για κάποιο χρονικό διάστημα αύξησε την επιρροή της στην περιοχή.

Ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) ενίσχυσαν συστηματικά τα εξοπλιστικά προγράμματα, επιδιώκοντας, όπως και οι Κεμαλιστές, την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων, αεροπλανοφόρου, ακόμη και πυρηνικών όπλων, ώστε να μετατρέψουν την Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη. Επίσης, όχι μόνο δεν συνέβαλαν στο να τερματισθεί η παράνομη κατοχή της Κύπρου, αλλά, επειδή οσμίζονταν ενεργειακούς πόρους, δημιούργησαν νέα κρίση τη στιγμή που η Κύπρος επιβεβαίωνε την ύπαρξη υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της, αυξάνοντας και τις απαιτήσεις της Τουρκίας στις όποιες διαπραγματεύσεις. Τέλος, το καλοκαίρι του 2015 δημιούργησαν την προσφυγική κρίση – κάποιοι επιμένουν πως αφορούσε πρωταρχικά την Ευρώπη – η οποία έπληξε σε μεγάλο βαθμό την Ελλάδα.

Η κυριαρχία του Ερντογάν και του ΚΔΑ οδήγησε στην αποκάλυψη του πραγματικού προγράμματος ή επιδιώξεών του για την Τουρκία και το εξωτερικό. Προοδευτικά, στο εσωτερικό, ο Ερντογάν άρχισε να περνάει μέτρα ισλαμοποίησης της κοινωνίας, να περιορίζει την ελευθερία έκφρασης με πρώτη εκείνη του Τύπου, να εφαρμόζει το σχέδιό του για συγκέντρωση εξουσιών διά της μετάβασής του στο προεδρικό αξίωμα και της προσπάθειάς του για μετατροπή του πολιτικού συστήματος σε προεδρικό. Η ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και οι εκλογικές σκοπιμότητες οδήγησαν και στην αποτυχία της όποιας πολιτικής είχε αρχικά εξαγγελθεί για το Κουρδικό.

Στο εξωτερικό η Τουρκία άρχισε να συμπεριφέρεται ως η άλλοτε οθωμανική αυτοκρατορική δύναμη. Αναμείχθηκε στο θέμα των Παλαιστινίων και συγκρούσθηκε με το Ισραήλ, καταστρέφοντας μία προνομιακή εικοσαετή σχέση. Στην Αίγυπτο υποστήριξε τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και επιχείρησε το πολιτικό τους πατρωνάρισμα. Διατήρησε κατά την περίοδο του εμπάργκο μία αμφιλεγόμενη στάση έναντι του Ιράν και συνδέθηκε ενεργά με το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία, φθάνοντας να την υποστηρίξει ακόμη και στην εισβολή στην Υεμένη. Συνέβαλε στη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους, επιτρέποντας την μέσω του εδάφους της διακίνηση μουτζαχεντίν, όπλων, αλλά και λαθραίου πετρελαίου, που συνέβαλε στην οικονομική ενίσχυση του Ι.Κ. (ενδεχομένως και της οικογένειας Ερντογάν). Τέλος, παρά τις προνομιακές ακόμη και σε οικογενειακό επίπεδο σχέσεις με τον Άσαντ, αναμείχθηκε ενεργά στην υποκίνηση, επέκταση και μετατροπή μίας πολιτειακής κρίσης στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, του οποίου, μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους και την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, έγινε μέρος.

2. Το παρόν

Οι παραπάνω πολιτικές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό οδήγησαν κατά την τελευταία διετία σε μία σειρά οξυμένων προβλημάτων. Το αντάρτικο των Κούρδων προοδευτικά αναγεννήθηκε, στον πόλεμο της Συρίας οι τουρκικές πολιτικές ηττήθηκαν και δημιουργήθηκε (με την υποστήριξη και των ΗΠΑ) ένα ακόμη κουρδικό μόρφωμα, το Ι.Κ. κατέταξε τον Ερντογάν, που πιέσθηκε από τη Δύση να αλλάξει στάση, μεταξύ των αντιπάλων του και απάντησε με τρομοκρατικές επιθέσεις, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δυσαρεστήθηκαν, τμήματα του πληθυσμού δυσανασχέτησαν με την προοπτική ισλαμοποίησης κράτους και κοινωνίας, ενώ η οικονομία άρχισε να καταγράφει σοβαρές απώλειες.

Η πύρρεια νίκη του Ερντογάν κατά των πραξικοπηματιών δεν έλυσε κανένα από τα παραπάνω προβλήματα, αλλά ήρθε να προσθέσει και νέα: τις διώξεις, την καταρράκωση του κύρους και την συνεπαγόμενη μείωση του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων, τη διάκριση της κοινωνίας σε τουλάχιστον τέσσερις ομάδες (ισλαμιστές, κεμαλιστές, γκιουλενιστές, Κούρδους), την διαπόμπευση όλων εκείνων που καθ’ υποψία συμμετείχαν ή θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στο πραξικόπημα, με λίγα λόγια, πρόσθεσε τον εσωτερικό διχασμό. Κυρίως δε ενίσχυσε τις αυταρχικές, σουλτανικές τάσεις του Ερντογάν, σε μία στιγμή που η χώρα θα χρειαζόταν μία ηγεσία συμφιλιωτική και όχι εκδικητική.

Πρόσθεσε όμως και κάτι ακόμη. Την απώλεια της όποιας υποστήριξης και εμπιστοσύνης των Δυτικών προς τον Ερντογάν, των οποίων η υπομονή φαίνεται πως είχε εξαντληθεί εδώ και καιρό. Βεβαίως, μπορεί η Τουρκία να αποκατέστησε τις διπλωματικές της σχέσεις με το Ισραήλ και να επιχειρεί να αναθερμάνει τις αντίστοιχες με τη Ρωσία, ωστόσο οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ θα χειροτερεύουν συστηματικά όσο ο Ερντογάν τις κατηγορεί ότι είχαν ανάμειξη στο εναντίον του πραξικόπημα, όσο πιέζει με ανορθόδοξο τρόπο να πετύχει την έκδοση του Γκιουλέν, όσο δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία του Ιντσιρλίκ και στις επιχειρήσεις κατά του Ι.Κ, όσο δεν συμβάλλει στην επίτευξη λύσης στη Συρία, όσο εντείνει την αυταρχική του συμπεριφορά και όσο πλησιάζει τη Ρωσία.

3. Το μέλλον

Τι μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα; Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μεταβατική περίοδο. Είναι επίσης προφανές ότι τα κράτη της ΕΕ είναι εξαιρετικά δύσπιστα απέναντί του λόγω του προσφυγικού, του αυταρχισμού και της επιθετικότητας κατά των γειτόνων του, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Είναι επίσης φανερό ότι άρχισαν να στέλνονται τα πρώτα διπλωματικά προειδοποιητικά μηνύματα προς την Τουρκία.. Ήδη ο (απερχόμενος) επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας χρησιμοποίησε μετά από πολλά χρόνια τον όρο «εισβολή» για την Κύπρο, ενώ η ΕΕ διέκοψε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Τα εν λόγω μηνύματα σημαίνουν ότι ο Ερντογάν θα πιεστεί και θα υποχωρήσει στο Κυπριακό ή σε άλλα θέματα, όπως στο Συριακό ή στον πόλεμο κατά του Ι.Κ; Ασφαλώς και όχι! Θα μπορούσαν όμως να θεωρηθούν ως δείγμα υποχώρησης των διπλωματικών ερεισμάτων του στη Δύση και, κυρίως, έλλειψης πολιτικής υποστήριξης ή έλλειψης της συνήθους ανοχής της Δύσης σε μία σειρά προβλημάτων που δημιούργησε ή δημιουργεί ο Ερντογάν. Ακόμη δε περισσότερο, αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή, μεσοπρόθεσμα, και το μέλλον της χώρας του, τώρα που οι σχέσεις της Δύσης με το Ιρακινό Κουρδιστάν έχουν σχεδόν επισημοποιηθεί και οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας επιτρέπουν μεγαλύτερο ρόλο και λόγο στο μέλλον της Συρίας.

Η πιθανολογούμενη αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή της χώρας του δεν σημαίνει ότι η Δύση θα παύσει να διαχειρίζεται διπλωματικά τον Ερντογάν. Μπορεί όμως να σημαίνει ότι δεν θα σταματήσει την εισαγωγή στην Τουρκία της οποιαδήποτε κρίσης από το εξωτερικό και, ακόμη περισσότερο, δεν θα πράξει οτιδήποτε να εμποδίσει την οποιαδήποτε εξέλιξη στο εσωτερικό της. Τούτο ίσως είναι το κρισιμότερο, καθώς όλα δείχνουν πως τα προβλήματα και οι αντιφάσεις έχουν οξυνθεί και η Τουρκία και πάλι, ενάμισι αιώνα αργότερα, προφανώς ασθενεί.

Το ποια θα είναι η τύχη της εξαρτάται από την αρχή ενός και μόνο ανδρός, του οποίου οι δυνατότητες και οι πολιτικές φαίνεται να έχουν αγγίξει τα όριά τους. Οι χειρισμοί του στις σχέσεις του με τη Δύση θα είναι κρίσιμοι και στην εσωτερική πολιτική σκηνή κρισιμότεροι.

Μέχρι τότε θα πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και νηφάλιοι. Ο Ερντογάν έχει τόσα πραγματικά μέτωπα και έχει δημιουργήσει τόσους εικονικούς και πραγματικούς εχθρούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό που δεν έχει την πολυτέλεια ή την αξιόμαχη στρατιωτική ικανότητα να εξάγει κρίση δυτικά ή νότια. Όμως, θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε και να μην βιαζόμαστε, αποφεύγοντας λάθη και διολισθήσεις, σε κρίσιμα θέματα όπως οι συστηματικές προκλήσεις κατά της Ελλάδας ή το Κυπριακό, το οποίο, άλλωστε, δεν είναι και στις προτεραιότητες του Ερντογάν.

Ασφαλώς και το μέλλον είναι αβέβαιο και κανείς μας δεν μασάει φύλλα δάφνης, ούτε ερμηνεύει τα σφάγια. Ωστόσο, η πολιτική, πολύ δε περισσότερο η διεθνής, έχει απρόσμενα γυρίσματα και μας διδάσκει πως εκείνος που είναι κατάλληλα προετοιμασμένος, έχοντας ήδη προνοήσει για τις κατάλληλες και εναλλακτικές στρατηγικές, μπορεί να δικαιωθεί από την Ιστορία.

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Πολιτικό Ημερολόγιο 2017 που επιμελείται ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Πλάκας.

Advertisements
Κλασσικό

Ούτε ιστορική, ούτε μοναδική, ούτε τελευταία είναι η Διάσκεψη της Γενεύης: Η Κύπρος αντιμετωπίζει κατοχή

Οι θιασώτες της όποιας «λύσης» – λύση νάναι κι ό,τι νάναι – επιμένουν ότι πρέπει οπωσδήποτε να γίνει «κάτι» τώρα και, ταυτοχρόνως, κινδυνολογούν, ισχυριζόμενοι ότι θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Αν θυμάμαι καλά το ίδιο ακριβώς έκαναν πριν 13 σχεδόν χρόνια με το Σχέδιο Ανάν…  Τώρα απλά ανακυκλώνονται!!Μας είπαν ήδη ότι αυτή θα είναι η μοναδική και τελευταία ευκαιρία, διότι δεν θα υπάρχουν σε λίγο καιρό πραγματικοί Τουρκοκύπριοι και ότι η Τουρκία θα ενσωματώσει τα κατεχόμενα. Επιπλέον, ήδη χαρακτήρισαν την εξέλιξη της κατάθεσης των χαρτών ως ιστορική!

Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους!

Η συγκεκριμένη κίνηση, η όλη διάσκεψη ή η όποια συμφωνία προκύψει δεν είναι ιστορική.  Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους.  Τέτοιες είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, οι ανακατονομές ισχύος στο διεθνές σύστημα, όπως αυτή του 1989· ή, αντιστοίχως, η ανεξαρτησία ή η καταστροφή των εθνών.  Στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικές στιγμές το 1821, το 1912, το 1922, το 1960..

Η όποια «λύση» βρεθεί δεν μπορεί να είναι μοναδική.  Το Σχέδιο Ανάν είχε φθάσει τον αριθμό «5», ενώ έχουν υπάρξει ισάριθμα σχέδια που φέρουν το όνομα προηγούμενων ΓΓ του ΟΗΕ. Και δεν μπορεί να είναι μοναδική, αφού το όλο πνεύμα της στηρίζεται σε αρχές αντίθετες με τη λειτουργία της εσωτερικής και της διεθνούς πολιτικής.

Η όποια «λύση» προκύψει – αν προκύψει – προφανώς και δεν θα είναι η τελευταία. Η ιστορία εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τά πάντα ρεῖ» του Ηρακλείτου. Όμως στη ζωή των λαών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και δεν μετριέται με βάση τα μεγέθη της ζωής ενός ανθρώπου. Ρωτάω. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας;  Ήταν πολλά τα 45 χρόνια που διήρκεσε η διαίρεση της Γερμανίας;  Ή, ήταν πολλά τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα;

Απέναντι στην κινδυνολογία που καλλιεργείται χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Ας μην ξεχνάμε:

    1. Αντιμετωπίζουμε μία εισβολή και κατοχή και όχι ένα «πρόβλημα»!
    2. Η Κύπρος και μέλος είναι της ΕΕ και φιλίες εκτός αυτής διαθέτει.
    3. Κανένα κράτος της ΕΕ δεν μπορεί να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, έχοντας προηγουμένως επικυρώσει τη Συνθήκη προσχώρησης της Κ.Δ. στην ΕΕ.
    4. Θα θελήσει ο Σουλτάνος μετά τα δύο εξωτερικά και τα δύο εσωτερικά μέτωπα, και μετά την υποχώρηση της οικονομίας, να ανοίξει ένα ακόμη; Εκείνο μάλιστα με το μεγαλύτερο κόστος..;
Κλασσικό

Κυπριακό: Τι θα γίνουν οι στρατηγικές συνεργασίες με Ισραήλ και Αίγυπτο;

Για χρόνια η Κυπριακή Δημοκρατία προσπαθούσε να βρει απαντήσεις στο υπαρξιακό ζήτημα ασφαλείας της, το οποίο προκαλείται από την εγγύτητα της Τουρκίας και την παράνομη παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής στο έδαφός της.

Τέτοιες απαντήσεις, πέρα από την παραδοσιακή υποστήριξη της Ελλάδας, βρέθηκαν σε δύο ακόμη χώρες, στην Αίγυπτο και κυρίως στο Ισραήλ. Με τις δύο χώρες, η Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε σε σειρά συμφωνιών, στον οικονομικό, πολιτικό, αλλά και στον τομέα της ασφάλειας.

Οι εν λόγω συνεργασίες έχουν ισχυρές βάσεις αφού προέκυψαν χάρη σε σημαντικά κοινά συμφέροντα. Πρώτον, την παράλληλη ή συμπληρωματική εκμετάλλευση των πόρων της Μεσογείου, και, δεύτερον, την προβληματική σχέση των τριών κρατών με την Τουρκία.

Η σημασία δε της συνεργασίας με το Ισραήλ φάνηκε ιδιαίτερα στα τέλη του 2011/ αρχές του 2012, όταν, κατά την περίοδο των τελικών ερευνών στην κυπριακή ΑΟΖ και της αναγγελίας των αποτελεσμάτων τους, στις απειλές της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου, μέσω της παρουσίας στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή των ερευνών, απάντησε με ανάλογες κινήσεις το Ισραήλ.

Οι συνεργασίες της Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οδήγησαν και στις συνεργασίες με την Ελλάδα. Έτσι, σήμερα πια, στη ΝΑ Μεσόγειο υπάρχουν δύο τριγωνικές συνεργασίες ασφαλείας, και οι δύο με βάση την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι τριγωνικές αυτές συνεργασίες, που διαρκώς ενισχύονται και επεκτείνονται, φέρουν την Τουρκία σε δύσκολη θέση, καθώς είναι προφανές πως τα νερά της ΝΑ Μεσογείου δεν είναι και τόσο ήρεμα ή ανοιχτά για την ίδια.

Το ερώτημα που τίθεται και φαίνεται πως κανείς δεν έχει απαντήσει από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι: τι θα γίνουν αυτές οι συνεργασίες; Στο θεσμικό επίπεδο, θα ισχύουν αν δεν υπάρχει τυπική συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας; Και στο ουσιαστικό, οι Τουρκοκύπριοι που θα συμμετέχουν στην Κυβέρνηση, θα συμβάλλουν με τον ίδιο τρόπο στην προώθηση των εν λόγω συνεργασιών;

Ή τελικά, με την «λύση» που διαπραγματεύεται ο Πρόεδρος Αναστασιάδης η Τουρκία και εγγυήτρια θα είναι, και στρατεύματα κατοχής θα διατηρήσει, και θα κερδίζει από τυχόν μεταφορά ενέργειας μέσω αυτής, αλλά και τις αμυντικές συνεργασίες που δημιουργούν μία ζώνη γύρω της θα διασπάσει.

Ας απαντήσει λοιπόν κάποιος! Ποιο θα είναι το μέλλον αυτών των συνεργασιών;

Δημοσιεύτηκε στο OnAlert.gr

Κλασσικό

Ας απαντήσει κάποιος!

Ο πρωταρχικός κανόνας για τις διαπραγματεύσεις είναι ότι δεν προσέρχεσαι σε αυτές αν το κλίμα δεν είναι ευνοϊκό για να πετύχεις τον στόχο σου. Και αυτός ο πρωταρχικός κανόνας παραβιάσθηκε από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Ποτέ, ούτε από τον ίδιο, ούτε από κάποιο μέλος της κυβέρνησής του, δεν μας εξηγήθηκε για ποιον λόγο ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις.

Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας να αισιοδοξεί ότι ο καλός» Ακιντζί θα έπειθε τον Ερντογάν ή ότι ο τελευταίος θα ήταν τόσο μεγαλόκαρδος που θα υποχωρούσε στο εδαφικό, θα παραιτούνταν των εγγυήσεων και θα απέσυρε τα στρατεύματα κατοχής;

Η ερώτηση αυτή είναι προφανής και βασανίζει το μυαλό οποιουδήποτε έχει την ελάχιστη επαφή με τα διεθνή. Μιλάμε για τον Ερντογάν, εκείνο τον ηγέτη που διεξάγει πολέμους στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, που ονειρεύεται τα μεγαλεία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και που, ανεξαρτήτως κόστους για τους πολίτες και την χώρα του, θέλει να αντικαταστήσει τον Κεμάλ στην θέση του πατέρα του έθνους. Και ενώ τίποτε δεν έχει αλλάξει σε σχέση με τον Ερντογάν, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης παραβιάζει για δεύτερη φορά τον ίδιο κανόνα.

Γιατί αν είχε – έστω και λανθασμένα – την αίσθηση ότι η απερχόμενη κυβέρνηση των ΗΠΑ θα μπορούσε να πιέσει την Τουρκία και τον Ερντογάν, τώρα τα πράγματα διαφοροποιούνται. Στις 20 Ιανουαρίου ένοικος του Λευκού Οίκου θα είναι ο Τραμπ και ουδείς γνωρίζει ποια είναι η θέση του για το Κυπριακό. Το μόνα που γνωρίζουμε είναι πως φέρεται να έχει κάποιες πρώτες επαφές με τον Ερντογάν, φέρεται ότι έχει καλές σχέσεις με τον Σίσι και τον Νετανιάχου, και ο Υπουργός Εξωτερικών που προτείνει ήταν επικεφαλής της Exxon, η οποία πρόσφατα πήρε άδεια ερευνών σε ένα «οικόπεδο» της κυπριακής ΑΟΖ.

Τη στιγμή λοιπόν που τα πράγματα είναι θολά και αβέβαια και ο Ακιντζί, κατ’εντολή την Τουρκίας, εγκατέλειψε το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, επωμιζόμενος το κόστος της αποτυχίας, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να τις ξαναρχίσει. Τι είναι εκείνο που τον κάνει να πιστεύει ότι θα πετύχει συμφωνία σε αυτό το μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον και στο εντελώς άγνωστο 2017;

Ας απαντήσει… κάποιος!

Υ.Γ. Απάντηση δεν θα είναι η απαξίωση προς οιονδήποτε εκφράζει κριτική άποψη ότι είναι Ελλαδίτης και ότι δεν αντιλαμβάνεται την κυπριακή πραγματικότητα. Αν δεν κάνω λάθος, οι Ελλαδίτες παραμένουν Έλληνες, όπως και οι ελεύθεροι Κύπριοι!

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα mignatiou.com: Γιατί ο Αναστασιάδης πιστεύει ότι θα πειστεί ο «μεγαλόκαρδος» Ερντογάν και θα υποχωρήσει;

Κλασσικό