Το έπος του ’40 υπό το πρίσμα της θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων*

Απόψε θα εξετάσω δύο θέματα: πρώτον, γιατί έγινε ο πόλεμος, υπό τη μορφή της ιταλικής επίθεσης, και, δεύτερον,. γιατί νίκησαν οι Έλληνες.

Σε αυτά θα απαντήσω χρησιμοποιώντας ως βάση και εργαλείο τις θεωρίες της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων.

Ωστόσο, ένας πανηγυρικός, όσο επιστημονικός και αν επιδιώκει να είναι, δεν μπορεί να είναι συναισθηματικά και ιδεολογικά ουδέτερος, αφού είναι ταυτόχρονα «επιτάφιος» και λόγος πολιτικός, ο οποίος επιτελεί κοινωνικές και πολιτικές λειτουργίες. Όσοι έχουν διαβάσει τον «Επιτάφιο», θα πρέπει να έχουν εύκολα καταλήξει σε αυτήν την παρατήρηση.

Ταυτόχρονα, θα έχουν αντιληφθεί ότι η σημερινή τελετή είναι μία συνήθεια είκοσι πέντε και πλέον αιώνων, που είναι φυσικό να τηρείται, καθώς τα θεμέλιά μας ως λαού βρίσκονται πολύ βαθιά στο χρόνο. Όπως γράφει ο ποιητής:

«Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω».

Κι όσοι έχουν αυτήν τη μνήμη, τη μνήμη του λαού μας, ίσως να τη νιώθουν μέσα τους να λέει:

«Εντολή σου, …, αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε και πολέμησε»…
«Ο καθείς και τα όπλα του».

Σήμερα θα ασχοληθώ με τον πόλεμο, με το έπος του ’40, και φυσικά με τα όπλα. Αλλά τα δικά μου όπλα για να ανταπεξέλθω στην τιμή και το βάρος του πανηγυρικού είναι τα γράμματα, η επιστήμη. Αυτά θεραπεύω.

Ξεκινώ λοιπόν να απαντήσω στα δύο ερωτήματα, πρώτον, γιατί έγινε ο πόλεμος, και, δεύτερον, γιατί νίκησαν οι Έλληνες, με εργαλεία τις θεωρίες των Διεθνών Σχέσεων.
Α. Τα αίτια του πολέμου
Οι θεωρίες περί πολέμου (που εξηγούν γιατί γίνεται πόλεμος) αναπτύχθηκαν από την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων στη βάση τριών ρευμάτων σκέψης ή θεωρήσεων ή παραδειγμάτων: τον ρεαλισμό (κλασσικό και νεορεαλισμό), τον πλουραλισμό και τον μαρξισμό.

Η πρώτη στη βάση του ρεαλισμού θεωρία ερμηνεύει τον πόλεμο ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού της ισχύος. Η άποψη αυτή μπορεί να ερμηνεύσει εν μέρει τη γενικότερη σύρραξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (τη σύγκρουση μεταξύ Γερμανίας, αφενός, και Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου, αφετέρου), όμως δεν ερμηνεύει σίγουρα την ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, καθώς δεν υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας.

Η ίδια η θεωρία, σε βελτιωμένη μορφή, προβλέπει τον πόλεμο για τη διατήρηση της ισορροπίας της ισχύος. Σε αυτήν την εκδοχή της η θεωρία μπορεί να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά της Ιταλίας, καθώς στην εξέλιξη του πολέμου, η Ελλάδα βρισκόταν όλο και πιο κοντά στην Αγγλία, και μία πιθανή έξοδός της στον πόλεμο υπέρ αυτής, θα σήμαινε αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Μία δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι ο πόλεμος είναι αποτέλεσμα των αυξητικών, επεκτατικών ή ιμπεριαλιστικών τάσεων των κρατών. Στην πιο εξελιγμένη της μορφή η θεωρία αναφέρεται στις επεκτατικές τάσεις και στους πολέμους που διεξάγουν οι ήδη υπάρχουσες μεγάλες δυνάμεις ή οι αναθεωρητικές δυνάμεις. Βεβαίως είτε με την πρώτη, είτε, κυρίως, με τις άλλες της μορφές, η εν λόγω θεωρία μπορεί να εξηγήσει εν μέρει την ιταλική εναντίον της Ελλάδας επίθεση. Η Ιταλία ήταν ήδη μία μεγάλη και αναθεωρητική δύναμη, η οποία είχε ήδη δείξει ιμπεριαλιστικές και αναθεωρητικές διαθέσεις, π.χ., στην Αβησσυνία και στη Λιβύη.

Η τρίτη θεωρία, και αυτή του ρεαλισμού, αναφέρεται στο διεθνές σύστημα και αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ως απόρροια της δομής, της κατανομής και των συσχετισμών ισχύος δηλαδή, στο διεθνές σύστημα. Η εν λόγω θεωρία εμφανίζεται κατά την άποψή μου να εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τόσο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και την επίθεση της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας.

Το διεθνές σύστημα το οποίο δημιουργήθηκε μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο ήταν ασταθές, καθώς ούτε κάποια ή κάποιες μεγάλες δυνάμεις ικανές να το στηρίξουν και να το σταθεροποιήσουν υπήρχαν, ούτε, βέβαια, το συλλογικό σύστημα ασφαλείας της Κοινωνίας των Εθνών ήταν αποτελεσματικό. Πόσο μάλλον που οι ρυθμίσεις των Συνθηκών Ειρήνης δημιουργούσαν όλες τις προϋποθέσεις ώστε η Γερμανία και η Ιταλία να επιχειρήσουν να ανατρέψουν την αγγλο-γαλλική τάξη πραγμάτων. Είναι γνωστή η άποψη ότι ο Λόϋντ Τζορτζ και ο Κλεμανσό έσπειραν τους σπόρους του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Η επίθεση της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας οφείλεται λοιπόν στην πόλωση που είχε επέλθει στο ευρωπαϊκό σύστημα κρατών και στην εξ αυτής προσχώρηση της Ελλάδας στον έναν από τους δύο σχηματισμούς. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο πόλεμος επεκτάθηκε συστημικά. Δηλαδή, μετά την αποτυχία της ναζιστικής Γερμανίας στη Μάχη της Αγγλίας, αυτή αποφάσισε να αναπτύξει μία περιφερειακή στρατηγική και να χτυπήσει την Αγγλία στην περιφέρεια. Στην περιφέρεια βρισκόταν και η Ελλάδα, άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική, περιοχές αγγλικών συμφερόντων. Η περιφέρεια αυτή ήταν ταυτόχρονα, ακόμη πριν από τον πόλεμο, περιοχή αρμοδιότητας της Ιταλίας, η οποία ανέλαβε να διεκπεραιώσει την αποστολή.

Στην τέταρτη θέση θα χρησιμοποιήσω τις πλουραλιστικής έμπνευσης θεωρίες της απόφασης, οι οποίες συχνά ερμηνεύουν την έκρηξη του πολέμου. Η αξία τους έγκειται – κατά την εκτίμησή μου – στο να ερμηνεύουν κυρίως τα αίτια που επιτάχυναν ή που δεν απέτρεψαν τον πόλεμο, καθώς και τα αίτια της λανθασμένης έναρξης ή και διεξαγωγής ενός πολέμου.

Μεταξύ αυτών, οι θεωρίες περί παρανόησης υποστηρίζουν ότι πόλεμοι προκύπτουν από λανθασμένες συνεννοήσεις ή από κακές εκτιμήσεις. Τα ιστορικά δεδομένα μπορούν πράγματι να στηρίξουν την κακή εκτίμηση από πλευράς Ιταλών επιτελών και πολιτικών ως προς το βαθμό αντίστασης της Ελλάδας. Η κακή αυτή εκτίμηση μπορεί να επιτάχυνε ή να μην απέτρεψε την ιταλική επίθεση, είναι δύσκολο να υποστηριχθεί όμως ότι βρίσκεται στη ρίζα της ιταλικής επιθετικής συμπεριφοράς.

Παράλληλα, μπορεί κάποιος να σταθεί και στις ψυχολογικές θεωρίες για την απόφαση, ειδικά ως προς τον αυταρχισμό και την επιθετικότητα των ηγετών του Άξονα, που οφείλονται στην ψυχολογική προσωπικότητα και τα σύνδρομά τους. Η εν λόγω προσέγγιση μπορεί να είναι χρήσιμη στην ερμηνεία της συμπεριφοράς και των αποφάσεων του Χίτλερ και του Μουσολίνι, τόσο ως προς τη διεξαγωγή του Β’ παγκοσμίου πολέμου, όσο και των επιμέρους μαχών, όπως της επίθεσης κατά της Ελλάδας. Υπάρχουν πολλά γεγονότα που τεκμηριώνουν την βίαιη και αλαζονική συμπεριφορά των δύο ηγετών, η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί με άλλες θεωρίες παρά μόνο ψυχολογικές. Σε αυτές μπορεί να ενταχθεί και η άποψη ότι ο Μουσολίνι αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα για να μην υστερεί σε επιτυχίες έναντι του Χίτλερ, αλλά και επειδή ο Χίτλερ πήρε πρωτοβουλίες στο θέατρο του πολέμου χωρίς προηγουμένως να συνεννοηθεί με τον Μουσολίνι.

Αντίστροφα, με αυτές μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει και η συμπεριφορά του Μεταξά, ο οποίος, πέρα από τα καθεστωτικά συμφέροντα εξουσίας και αντίληψης περί κατανομής ισχύος που είχε στην Αγγλία, κινήθηκε και στη βάση ενός δικού του κώδικα τιμής, ο οποίος οδήγησε στην απόρριψη των ιταλικών αιτημάτων.

Η πέμπτη θεωρητική προσέγγιση ερμηνεύει σημαντικά τη συμπεριφορά της Γερμανίας και της Ιταλίας στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Πρόκειται την άποψη που διασυνδέει τον πόλεμο με τη μορφή του πολιτεύματος μίας χώρας: τα αυταρχικά και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα κάνουν πόλεμο.

Η εν λόγω ερμηνεία βρίσκει ένα σημαντικό όγκο δεδομένων που την στηρίζουν. Ειδικότερα στην περίπτωση της Ιταλίας, ο πόλεμος είχε μετατραπεί σε επίσημη ιδεολογία του κράτους. Ο φασισμός είχε καλλιεργήσει ουσιαστικά μία λατρεία του πολέμου στη βάση ενός περίεργου αμαλγάματος θεωριών, όπως του κοινωνικού δαρβινισμού, περί επικρατήσεως του ισχυρότερου, της θεωρίας του Μάλθους περί μειώσεως των πόρων που μπορούν να συντηρήσουν την ανθρωπότητα (η οποία εξ αυτού θα οδηγηθεί σε σύγκρουση), και απόψεων περί κοινωνικής και πολιτικής ανισότητας, οι οποίες στις διεθνείς σχέσεις έβρισκαν εφαρμογή στην ανωτερότητα των Ιταλών έναντι των υπολοίπων. Οι ιταλοί φασίστες που θεωρούσαν τον πόλεμο ως κάτι το ευγενές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτός ήταν αναπόφευκτος και, συνεπώς, ήταν σκόπιμο αυτοί να αναλάβουν το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας. Η επίθεση και εναντίον της Ελλάδας ήταν ένα λογικό επακόλουθο.

Τέλος, υπάρχει και η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία περί ιμπεριαλισμού, κατά την οποία ο πόλεμος είναι αποτέλεσμα του ανταγωνισμού των καπιταλιστών και του ελέγχου ή της κατάκτησης νέων αγορών. Μόνο αν δεχθούμε τις δογματικές προϋποθέσεις της θεωρίας, ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτατο στάδιο εξέλιξης του καπιταλισμού και ότι η Γερμανία και η Ιταλία βρισκόταν σε τέτοιο στάδιο, τότε μόνο μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι η ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας ήταν μοιραία. Επιπλέον, είναι δύσκολο να τεκμηριώσουμε με στοιχεία ότι η Ελλάδα αποτελούσε ενδιαφέρουσα αγορά για την Ιταλία. Ο μόνος τρόπος για να ευσταθήσει εν μέρει η παραπάνω θεωρία, είναι να υποστηριχθεί ότι η Ελλάδα βρισκόταν στο δρόμο προς τη Μέση Ανατολή, στο δρόμο προς τα πετρέλαια.

Συνεπώς, ο πόλεμος ήτα αποτέλεσμα του ανταγωνισμού και της κατανομής ισχύος μεταξύ ολοκληρωτικών και άλλων κρατών στο διεθνές σύστημα της εποχής, καθώς και λανθασμένων, προσωπικών υπολογισμών της ιταλικής ηγεσίας.

Θα περάσω τώρα στα

Β. Τα αίτια της νίκης
Δεν υπάρχει μία θεωρία περί διεξαγωγής του πολέμου η οποία να κρίνει το γιατί η μία πλευρά ή η άλλη νίκησε σε έναν πόλεμο. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ελληνική νίκη είναι δυσεξήγητη και τούτο διότι η πλειοψηφία των συντελεστών ισχύος απουσίαζαν από την Ελλάδα.

Η Ελλάδα ήταν μία χώρα μικρότερη, φτωχότερη και ασθενέστερη από την Ιταλία. Επιπλέον παρουσίαζε τα εξής μειονεκτήματα:

1. Ένα πολιτικό καθεστώς το οποίο ποτέ δεν απέκτησε νομιμοποίηση ή ιδιαίτερη απήχηση στη λαϊκή μάζα. Επιπλέον, όσο πλησίαζε η στιγμή του πολέμου, τόσο και τα αίτια της λαϊκής δυσαρέσκειας αυξανόταν. Το καθεστώς λόγω των συμμαχικών του επιλογών είχε χάσει την αγορά της Γερμανίας, χωρίς να μπορέσει να την αντικαταστήσει με την Αγγλική, ενώ ταυτόχρονα το ιταλικό ναυτικό συνέβαλε στο να δυσκολέψει το εμπόριο και να διαφανούν οι πρώτες ελλείψεις αγαθών στην αγορά.

2. Οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας ήταν αδύναμες και με εξαίρεση το ορεινό πυροβολικό – το οποίο απεδείχθη ιδιαιτέρως χρήσιμο – δεν διέθεταν σύγχρονο εξοπλισμό. Το ναυτικό ήταν πεπαλαιωμένο και μικρό, ενώ η αεροπορία, συγκριτικά, ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Το πρόβλημα της αεροπορίας επιτεινόταν περισσότερο από το ότι, η Ελλάδα δεν διέθετε αεροδρόμια και αντιαεροπορική άμυνα, που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη ξένων αεροπορικών ενισχύσεων, όπως λ.χ. αγγλικών.

3. Ο κύριος όγκος των ενόπλων δυνάμεων βρισκόταν στα βόρεια και ανατολικά, καθώς ως υπ’αριθμόν ένα κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια θεωρούνταν η Βουλγαρία. Όσες επενδύσεις για οχυρωματικά έργα είχαν γίνει, αυτές αφορούσαν οχυρωματικά έργα στα σύνορα με αυτήν. Τέλος, όλα τα επιτελικά σχέδια ήταν και αυτά προσανατολισμένα προς μία επίθεση από την ίδια χώρα. Έπρεπε η Ιταλία να καταλάβει την Αλβανία, για να τροποποιηθούν τα επιτελικά σχέδια και να μεταφερθούν κάποιες λίγες δυνάμεις στα βορειοδυτικά.

Τα σχέδια του Γενικού Επιτελείου ήταν κατά βάση αμυντικά. Ως στόχο είχαν, με λίγες δυνάμεις, να μπορέσουν να επιβραδύνουν, έστω και υποχωρώντας, την πιθανή ιταλική επίθεση μέχρι που να φθάσουν οι υπόλοιπες εξ εφέδρων δυνάμεις.

4. Η Ελλάδα, παρά τις διαρκείς προκλήσεις από του Ιταλούς και παρά την επαναλαμβανόμενη εκδήλωση της πίστης της προς την Αγγλία, δεν έλαβε την αναμενόμενη στρατιωτική πολεμική βοήθεια. Και τούτο διότι, όπως τεκμηριώνεται από ιστορικούς, η Αγγλία, αρχικά, δεν επιθυμούσε την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο και τη δημιουργία ενός βαλκανικού μετώπου, και για αυτόν το λόγο απέφευγε να προκαλέσει την Ιταλία. Η αγγλική πολεμική βοήθεια στην Ελλάδα άρχισε να φθάνει από το Δεκέμβριο του 1940 και μετά.

Ωστόσο, η Ελλάδα παρουσίαζε και κάποια πλεονεκτήματα:

1. Ο πόλεμος για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ήταν αρχικά αμυντικός. Αν λάβει κανείς υπόψη ότι οι ελληνικές δυνάμεις αμύνονταν μέσα στο ίδιο το έδαφός τους και είχαν έναν σημαντικό λόγο να το πράξουν όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά, τότε σαφώς αυτό συνιστά ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των Ιταλών.

2. Το θέατρο των επιχειρήσεων τοποθετούνταν σε εξαιρετικά δύσκολο και δύσβατο έδαφος. Τούτο επίσης έδινε ένα σημαντικό πλεονέκτημα στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, υπό την έννοια ότι οι Ιταλοί δεν μπορούσαν να αναπτύξουν πλήρως τις δικές τους, οι οποίες ήταν πολυπληθέστερες. Σε ένα δύσβατο, ορεινό έδαφος, που δεν επιτρέπει μεγάλες κινήσεις όγκου στρατευμάτων, ο πόλεμος, έστω και μεταξύ επισήμων συμβατικών τακτικών δυνάμεων, μετατρέπεται σε ένα είδος ανταρτοπολέμου.

3. Υποστηρίζεται ότι ο εξ εφέδρων ελληνικός στρατός δεν ήταν άπειρος, αλλά ήταν εμπειροπόλεμος. Αυτή είναι μία παράμετρος που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, ότι δηλαδή ο τελευταίος πόλεμος για τους Έλληνες τέλειωσε το 1922, δηλαδή μόλις 18 χρόνια πριν, και πολλοί από αυτούς που βρέθηκαν στο μέτωπο της Αλβανίας είχαν εμπειρία πολέμου.

4. Σημαντικό ρόλο έπαιξε καθόλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων ο φιλικός προς την Ελλάδα πληθυσμός της περιοχής. Η σημασία του φιλικού προς τη μία πλευρά πληθυσμού εξαίρεται από θεωρητικούς τόσο του πολέμου, όσο και του ανταρτοπολέμου, ρεαλιστές, φιλελεύθερους και μαρξιστές. Ίσως, για μία ακόμη φορά, πρέπει να αποταθεί φόρος τιμής προς τη γυναίκα της Βορείου Ηπείρου που κυριολεκτικά σήκωσε στην πλάτη της το βάρος του πολέμου.

5. Όταν τα πιο σημαντικά μετρήσιμα δεδομένα είναι κατά, και τα πλεονεκτήματα είναι λίγα, τότε είναι κανείς αναγκασμένος να στηριχθεί σε παραμέτρους οι οποίες δύσκολα ποσοτικοποιούνται. Είναι βέβαιο ότι οι καλυμμένες ιταλικές προκλήσεις καθ’όλη τη διάρκεια του 1940, καθώς και οι ταυτόχρονοι με την επίθεση στην Ήπειρο βομβαρδισμοί του άμαχου πληθυσμού (π.χ., Πάτρα, Κέρκυρα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη) εξόργισαν τους Έλληνες και ενίσχυσαν το πάθος των ανδρών στο μέτωπο.

Συνεπώς, αν υπάρχει μία κυρίαρχη εξήγηση για τη νίκη της Ελλάδας έναντι της φασιστικής Ιταλίας σε αυτόν τον περιορισμένης διάρκειας πόλεμο – 160 ημέρες μέχρι την 5η Μαίου 1941 – αυτή είναι το αγωνιστικό φρόνημα και διάθεση των Ελλήνων πολεμιστών στο μέτωπο, αλλά και ολόκληρου του Ελληνικού λαού.

Τούτο αποδεικνύεται με στοιχεία. Οι ελληνικές δυνάμεις σε αριθμό μεραρχιών (και φυσικά στο σύνολο) ήταν καθόλη τη διάρκεια του πολέμου και λιγότερες, και κάθε μεραρχία διέθετε κατά 60% μικρότερη ισχύ από τις αντίστοιχες ιταλικές. Επιπλέον, συγκριτικά με άλλες πέντε συμμαχικές χώρες (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Πολωνία, και Γιουγκοσλαβία), η Ελλάδα, και αναλογικά με τον πληθυσμό της, αντιστάθηκε διπλάσιο χρόνο από όσο αντιστάθηκαν μαζί όλα τα κράτη, ενώ και απασχόλησε διπλάσιο αριθμό αντιπάλων μεραρχιών από όσο όλα μαζί τα υπόλοιπα κράτη.

Τα γεγονότα του έπους του ’40 ή του έπους της Αλβανίας, όπως είναι έχουν γίνει πλέον μύθος. Αν ήθελα απλά να σας περιγράψω τα γεγονότα, θα το έκανα με τους στίχους ενός άγνωστου σε εσάς ποιητή:

«… πριν από χρόνια μια νύχτα σαν κι αυτή
βρήκαν να μας κηρύξουν τον πόλεμο οι Ιταλοί…
Χτύπησαν για να μας τρομάξουν
για να τους πούμε να διαβούν ….
Μα λάθος λογαριάσαν ….
γιατί σαν τα άγρια θηρία
ορμήσαν της Ελλάδας τα παιδιά
και ΟΧΙ βροντοφωνήσαν ΟΧΙ
δεν θα περάσουν των φρατέλων τα φτερά.
… …… ……
Και γράψανε και είπαν τότε το ΤΑΣ, το Μπι Μπι Σι,
πως «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» κι άλλα πολλά,
πως η Ελλάδα όταν τελειώσει ο πόλεμος πρέπει να δικαιωθεί
και η θυσία των παιδιών της να αναγνωρισθεί».

Πράγματι το έπος του ’40 έμεινε στην Ιστορία ως μία κορυφαία και μοναδική εκείνη τη στιγμή πράξη αντίστασης ενάντια στην λαίλαπα του φασισμού και του ναζισμού. Ακολούθησαν και άλλες θυσίες, στην διάρκεια της κατοχής και της απελευθέρωσης, στην Ελλάδα, στη Μέση Ανατολή, στην Ιταλία.

Ωστόσο, η διαχρονική μας ασθένεια, αυτή του διχασμού, που τόσες φορές εμφανίστηκε σε κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας μας, δεν επέτρεψε στην Ελλάδα να διεκδικήσει τα δίκαια αιτήματα των Ελλήνων, σχετικά με την Βόρειο Ήπειρο και την εξώτερη Μακεδονία, που είχαν απελευθερωθεί το 40-41, καθώς και την Κύπρο..

Αν κάτι πρέπει να μας μείνει είναι τα αίτια του πολέμου, των οποίων η αποφυγή, μας εγγυάται την Ειρήνη. Είναι επίσης το βασικό αίτιο της νίκης, η ενότητα και η αυτοθυσία των Ελλήνων. Είναι ακόμη περισσότερο η μάστιγα του διχασμού που οδήγησε στην ακύρωση όλων των θυσιών και ήρθε να αμαυρώσει την εποποιία του ’40 και του Β’ ΠΠ.

Θα μπορούσα κλείνοντας να θυμηθώ το πώς καυτηριάζει ο Διονύσιος Σολωμός στον Εθνικό μας Ύμνο, στροφές 144-147, τη διχόνοια. Όμως θα προτιμήσω τον Θουκυδίδη και την «λελογισμένη σωφροσύνη» που μας προτείνει διά στόματος Αρχιδάμου:

«εξ αιτίας της μόνοι εμείς και στις ευτυχίες δεν είμαστε αλαζόνες και στις συμφορές λιγότερο από άλλους υποχωρούμε· εάν κάποιος προσπαθεί με επαίνους να μας εξωθήσει σε κινδύνους αντίθετα στη γνώμη μας, δεν παρασυρόμαστε από την γοητεία των λόγων του· και αν κάποιος επιχειρεί να μας εξωθήσει με μομφές, ούτε οργιζόμαστε, ούτε μεταβάλλουμε για αυτό γνώμη».

Με αυτήν την άποψη ως μέτρο ας σταθμίσουμε το παρελθόν μας και κυρίως ας κινηθούμε στο μέλλον.

*Πανηγυρικός λόγος στην εκδήλωση της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. 

Advertisements
Κλασσικό

Γιατί η Τουρκία θέτει εκ νέου θέμα υφαλοκρηπίδας;

Η αναστάτωση που προκλήθηκε καθ’όλο το προηγούμενο διάστημα στην χώρας μας εξ αιτίας των δηλώσεων Ερντογάν για τη Συνθήκη της Λωζάνης, με παραξένεψε…

Όχι γιατί δεν πρέπει να παίρνουμε στα σοβαρά όσα λέει! Αλλά γιατί πολλοί φάνηκαν να εκπλήσσονται..! Και να πάλι που, πέραν της Λωζάνης, η Τουρκία επανέρχεται και στο συναφές ζήτημα της υφαλοκρηπίδας…

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Ο Ερντογάν αμφισβήτησε τη Συνθήκη της Λωζάνης για πολλούς λόγους.

Πρώτον, για να κατηγορήσει τον Κεμάλ και τους οπαδούς του ότι δεν ήταν ικανοί να κάνουν μία διαπραγμάτευση και «τα έδωσαν όλα» στην Ελλάδα.

Δεύτερον, για να πει ότι αν πετύχαινε το πραξικόπημα και δεν ήταν αυτός στην εξουσία, τότε η Τουρκία θα είχε την τύχη που της επιφύλασσε η Συνθήκη των Σεβρών, δηλαδή με μία μεγάλη Ελλάδα και ένα κουρδικό κράτος.

Τρίτον, ότι αυτός είναι η εγγύηση για το μέλλον της Τουρκίας.

Τέταρτον, ότι είναι ανοιχτό για αυτόν το θέμα της Μοσούλης και βέβαια το θέμα του Αιγαίου και των συνόρων με την Ελλάδα.

Κατά την άποψή μου, υπάρχει και ένα πέμπτο: ότι, στην τρέχουσα συγκυρία, φοβάται υποσυνείδητα τη δημιουργία κουρδικού κράτους, τουλάχιστον στη Συρία (διότι στο Ιράκ de facto υφίσταται), και αυτό βγήκε στην επιφάνεια.

Όμως, οι αμφισβητήσεις των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων από την Τουρκία δεν είναι κάτι το καινούργιο!

Θυμίζω την αμφισβήτηση της υφαλοκρηπίδας των νησιών του Αιγαίου, την αμφισβήτηση της έκτασης 10 ναυτικών μιλίων του εθνικού εναερίου χώρου και του ελληνικού FIR, το casus belli σε περίπτωση επέκτασης των χωρικών μας υδάτων σε 12 ναυτικά μίλια (1994), την αμφισβήτηση της ελληνικότητας της Γαύδου και άλλων βραχονησίδων περί την Κρήτη (1996), όπως και τη συστηματική προσπάθειά της να αναγνωρισθούν από την Ελλάδα «νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντά» της στο Αιγαίο – πράγμα που εν μέρει πέτυχε με το «Κοινό Ανακοινωθέν της Μαδρίτης (8.07.1997).

Βέβαια, έχω την αίσθηση ότι η έκπληξη στην Ελλάδα προέρχεται από την πολιτική τού κατευνασμού που ακολουθείται έναντι της Τουρκίας και του εφησυχασμού της κοινής γνώμης που καλλιεργείται για πολλά χρόνια.

Αυτή η πολιτική εσχάτως ενισχύθηκε και με το «αφήγημα» – την δικαιολογία δηλαδή – ότι οι νεο-οθωμανοί του Ερντογάν είναι προτιμότεροι από τους Κεμαλιστές, διότι δεν μας έχουν δημιουργήσει κάποια μεγάλη κρίση, όπως παλαιότερα (1987, 1996) οι Κεμαλιστές.

Τούτο είναι λάθος! Διότι ερωτώ: η συστηματική προώθηση των προσφύγων πέρυσι στην Ελλάδα – μία χώρα σε εξαιρετικά δύσκολη οικονομική θέση και μικρό πληθυσμό – τι ήταν;

Και όταν, τη στιγμή που η Κύπρος πλησίαζε στην εξεύρεση φυσικού αερίου στην ΑΟΖ της, στα τέλη του 2011, ο Ερντογάν έστειλε τα πλοία της γύρω από την πλατφόρμα των ερευνών – τι ήταν; Δεν ήταν κρίσεις;

Επιπλέον, ο Ερντογάν, θέλοντας να οδηγήσει την Τουρκία στην οθωμανική της διάσταση και κύρος και να κερδίσει τη σχετική δόξα, εξαλείφοντας ή αντικαθιστώντας τον Κεμάλ ως πατέρας του έθνους, όχι μόνο συνέχισε όλα τα εξοπλιστικά προγράμματα της Τουρκίας (πυρηνικά, πυραύλους, δορυφόρους), αλλά τα ενίσχυσε και τα επέκτεινε.

Δεν εγκατέλειψε δε, ούτε μία από τις ήδη υφιστάμενες αμφισβητήσεις (όπως επιβεβαιώθηκε ξανά με την υφαλοκρηπίδα), αλλά και τις επικίνδυνες και παράνομες συμπεριφορές, όπως, π.χ., τις διαρκείς και συστηματικές παραβιάσεις του εναέριου χώρου μας.

Ας το καταλάβουμε επιτέλους. Η Τουρκία – είτε κεμαλική είτε νέο-οθωμανική – είναι ένα αναθεωρητικό κράτος που διαρκώς συσσωρεύει ισχύ, με πολλές ανοιχτές πληγές και με προβληματική, πλέον, ηγεσία. Συνεπώς, αυτού του είδους οι συμπεριφορές θα επαναλαμβάνονται.

Και θα επιβεβαιώνουν τη θεωρία, ότι οι πολιτικές μας, του κατευνασμού και του εφησυχασμού, είναι καταδικασμένες να έχουν μικρή διάρκεια. Αντί για αυτές θα πρέπει να θυμόμαστε και να υιοθετούμε στρατηγικές στη βάση της θουκυδίδειας λογικής, ότι «τό ἀντίπαλον καί ἐλεύθερον καθίσταται».

Σε ελεύθερη μετάφραση, η αποτροπή διασφαλίζει την ελευθερία!

Υ.Γ. για ημιμαθείς: αποτροπή δεν σημαίνει πόλεμο! Σημαίνει αξιόπιστη απειλή επιβολής (ανάλογου) κόστους.

Κλασσικό

Ο αγωγός μεταφοράς ύδατος στα κατεχόμενα της Κύπρου και οι παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου

Σε μία από τις προσπάθειές της να εξαλείψει την φυσική, αλλά και πολιτικοοικονομική εξάρτηση των κατεχομένων από την Κυπριακή Δημοκρατία, η Τουρκία προχώρησε στην κατασκευή αγωγού νερού, που θα μεταφέρει νερό από τις τουρκικές ακτές στα Πάναγρα (Geçitköy, κατά την κατοχική μετονομασία). Στόχος είναι να καλυφθούν οι ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης των κατεχομένων μέχρι το 2040.  Τα νέα έργα αν και επιβαρύνουν τον τουρκικό κρατικό προϋπολογισμό, τόσο από τον τρόπο ολοκλήρωσής τους, όσο και από τη φύση τους, δείχνουν ξεκάθαρα ότι αποσκοπούν, εκτός της αποκοπής τους από την Κυπριακή Δημοκρατία, στην ενίσχυση της εξάρτησης των κατεχομένων από την Άγκυρα. Η προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας συνιστά παραβίαση της υποχρέωσής της ως μέλος των Ηνωμένων Εθνών να σέβεται την κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα όλων των κρατών, συμπεριλαμβανομένης και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Βέβαια, τυπικά, διατηρεί την κυριότητα των πόρων που μεταφέρονται στα κατεχόμενα. Ωστόσο, οι εγκαταστάσεις στα κατεχόμενα, ο αγωγός στην υφαλοκρηπίδα και στα χωρικά ύδατα της Κύπρου, καθώς και η υπαγόρευση των όρων διαχείρισης των πόρων, πλήττουν και συρρικνώνουν την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, αμφισβητούν τα κυριαρχικά δικαιώματά της και την ενότητα του εδαφικού της χώρου, παραβιάζοντας θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, καθώς και αποφάσεις διεθνών οργανισμών. Η ανάλυσή μας παρουσιάζει πρώτον, το γιατί η σχετική συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και «ΤΔΒΚ» είναι παράνομη, δεύτερον, το πώς η κατασκευή του εν λόγω αγωγού παραβιάζει τους κανόνες του δικαίου περί στρατιωτικής κατοχής και, τέλος, γιατί το όλο εγχείρημα παραβιάζει και τους κανόνες του δικαίου της θάλασσας.

Αυτό είναι το θέμα του πρώτου Working Paper του Ινστιτούτου Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Αμυντικών Αναλύσεων που συγγράψαμε μαζί με τη Λέκτορα Διεθνούς Δικαίου κ. Καλλιόπη Χαΐνογλου. Διαβάστε ολόκληρο το paper εδώ.

Κλασσικό

Η «λύση» του Κυπριακού… «Λύση» ή αυτοπαγίδευση;

Οι πολίτες της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας ακούνε από το 1974 για «λύση» του Κυπριακού. Και όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιο πολύ η συγκεκριμένη υπόθεση εκλαμβάνεται ως βάρος που πρέπει να ξεφορτωθούν, τόσο πιο πολύ η έννοια του «προβλήματος» κυριαρχεί, και τόσο πιο πολύ αγνοούν ή και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν ότι πρόκειται για μία παράνομη στρατιωτική εισβολή και αντιστοίχως παράνομη κατοχή…!

Η κατάσταση αυτή της κόπωσης στο μυαλό και στην ψυχοσύνθεση, ειδικά στην Κύπρο, αυξάνει αφενός την πίεση προς τους εκάστοτε πολιτικούς ηγέτες, οι οποίοι σε κάθε εκλογική αναμέτρηση πρέπει να δεσμευτούν ότι θα αγωνιστούν για τη λύση του «προβλήματος», αφετέρου και αντίστροφα, κατά έναν περίεργο τρόπο, τους δίνει και τη δυνατότητα να κινούνται στις διαπραγματεύσεις με νοοτροπία που θέλει να στρογγυλεύει τα ζητήματα και να οδηγεί, χωρίς πολλά-πολλά, στον σκοπό, δηλαδή στην «λύση».

Με άλλα λόγια, εξ αρχής, από την εκκίνηση των διαπραγματεύσεων, το εύρος και η ένταση των επιχειρημάτων είναι μειωμένα, αφού και πάλι σκοπός είναι η «λύση»…, την οποία επιθυμεί – ποιος άλλος; – η ελληνοκυπριακή πλευρά. Η οποία πλευρά, όμως, πάντα με αυτήν την αγχωτική επιδίωξη της «λύσης» – διότι «πέρασαν τόσα χρόνια» και όλα τα γνωστά … – υποσκάπτει και τα εναπομείναντα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα που μπορεί να διαθέτει: την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ, την έξοδό της από την κρίση και την προοδευτικά – και πάλι – εύρωστη οικονομική κατάσταση, τέλος δε, τα οφέλη των όποιων υδρογονανθράκων.

Καταλήξαμε δηλαδή, λόγω του άγχους της «λύσης», και τα πλεονεκτήματα της ιδιότητας του μέλους της ΕΕ να αμβλύνουμε, και να περιέλθουμε στη γωνία του ρινγκ των διαπραγματεύσεων ως προς τους υδρογονάνθρακες. Είχα προειδοποιήσει ως προς την λεγόμενη στη διεθνή βιβλιογραφία «κατάρα» των φυσικών πηγών πλούτου. Ότι, δηλαδή, η ανεύρεσή τους ανοίγει ορέξεις από μικρούς και μεγάλους και δημιουργεί κινδύνους. Έτσι βλέπουμε, πως η αδυναμία μεταφοράς των υδρογονανθράκων διά της Μεσογείου, και, ακόμη περισσότερο, η αδυναμία ή η καθυστέρηση κατασκευής σταθμού LNG στην Κύπρο – κάτι που η διεθνής τάση φαίνεται να ευνοεί – οδηγεί στην αύξηση των πιέσεων από πολύ σημαντικούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος για «λύση». Η οποία «λύση» θα πρέπει να φέρει συγκεκριμένο αποτέλεσμα: να περάσει ο αγωγός από την Κύπρο στην Τουρκία και να γράψει η Ιστορία – για να ικανοποιηθεί και η φιλοδοξία ορισμένων – όχι το ποιο ήταν το περιεχόμενο, αλλά ότι ο τάδε και ο τάδε «έλυσαν» το Κυπριακό…

Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: εσύ που από την ασφάλεια του γραφείου σου μάς τα γράφεις όλα αυτά, δεν θέλεις «λύση»; Η απάντηση είναι ότι προτείνω ανατροπή της εισβολής και της κατοχής.

Προτείνω πρώτα να φύγουν τα στρατεύματα του Αττίλα και μετά να συζητήσουμε, γιατί δεν είναι δυνατό να διαπραγματεύεται κάποιος με το πιστόλι στον κρόταφο. Προτείνω να υπάρχει βιώσιμη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι ένα απίθανο μόρφωμα που κάποιος δευτεροκλασάτος γραφειοκράτης πρότεινε στον πολιτικό του προϊστάμενο, που είναι αντίθετο στις ευρωπαϊκές αξίες δημοκρατίας και δικαίου, και που, από την επόμενη μέρα, θα δημιουργήσει τριβές… και, μετά, ξανά τα ίδια από την αρχή… Τέλος, πρέπει να φύγουν οι εγγυήτριες δυνάμεις. Με άλλα λόγια δεν χρειάζεται να κρατήσουμε τον λύκο στο μαντρί! Δεν είναι καλύτερα να είναι απέξω και να πιέζεται και αυτός;

Η ανατροπή της εισβολής και της κατοχής – για να προλάβω κάποιους – δεν χρειάζεται πόλεμο! Χρειάζεται μυαλό, στρατηγική και αντίστοιχο σχεδιασμό! Ίσως βέβαια και ανιδιοτέλεια, ψυχή, αίσθηση της Ιστορίας, αλλά και της σημασίας της αντοχής στον χρόνο!

Δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 3 Οκτωβρίου 2016

Κλασσικό

The Refugee crisis: Is this the Europe we aspire to?

The European integration project, throughout its history, has faced various political and economic crises. None of them, however, was so closely related to its moral foundations as the refugee crisis. With hundreds of thousands of war and environmental refugees, and of economic migrants knocking at its door, Europe appears to be uncomfortable, indecisive, politically divided, and old in its reflexes.Nationalistic and xenophobic feelings have surfaced, damaging Europe’s unity, moral prestige and interests.

In the last two years the refugees flow towards Europe was strong. Hundreds of thousands of people have crossed the sea to Italy and Greece. Those in Greece moved north and engaged the «Balkan route». And, there xenophobic governments first stopped them, then let them through, and, finally sealed their borders. It is true, close to a million managed to reach Germany, but then, under the pressure of the far right and of electoral results, this government had also to change its policy.

Now the refugees are caught in a trap. Many have stayed in Greece and Italy, and others in some Balkan or Central European country. All of them, however, are trying to find alternative routes to the North. Those are the «lucky» ones that have crossed the sea, which most of them had never seen in their lives; they have spent fortunes to pay smugglers and black marketers; they waited for days in front of police stations or borders; they have walked thousands of kilometers carrying their babies and the elderly, just in order to face closed gates, racism, and police brutality.

This situation, despite the efforts undertaken, remains «unacceptable». There are states that still block or hinder decisions, as very recently in Vienna. They still ask, forgetting how many souls were lost at sea, that Greece and Italy stop them… They consider refugees to be a threat to their culture, to their social and religious fabric. It seems they are forgetting that hundreds of thousands of their citizens fled to the EU countries in the 1990s after the collapse of the Eastern Bloc. Worst, many of their citizens seem to forget fundamental Christian principles or ignore the messages sent by the Pope himself. Most important is that they violate the very foundations of European integration, to that extent that European governments and all of us, citizens, need to answer the question: is this the Europe we aspire to? Is this Europe that aspires to peace, democracy, prosperity and human dignity?

No! The Europe we want for us and our children is the one shown by the average citizen who gave food, water, clothes, shelter, and medicines to the refugees; is the one shown by the men and women of the Greek and Italian coast guards or navies, and by those who saved lives at sea; it is the Europe of volunteers who assisted human beings! This is the Europe from which the governments need to be inspired in their decisions, while responding to legitimate domestic and international security concerns.

It is certain that the refugee crisis will not stop until conflicts in the Middle East and in Africa end, until hunger and draught are dealt with. And this will certainly take a long time… Until then, Europe will have to deal with thousands of human beings fleeing war zones or famine, and has to do it according to its values. It is in the interest of the EU and of its member states. Otherwise the damage to the EU foundations, values, prestige, but also to the economic and political interests, will be much greater than any other cost some shortsighted governments are afraid of.

Published on New Europe

Κλασσικό