Η κρίση στα Σκόπια και η Ελλάδα

Τον τελευταίο καιρό, ένα κομμάτι της ελληνικής κοινής γνώμης – εκείνο που δεν ασχολείται μόνο με τα ζητήματα των διαπραγματεύσεων με την Τρόικα – είναι στραμμένο ανατολικά: στην ενίσχυση του αυταρχισμού στην Τουρκία, στην προκλητική στάση του Σουλτάνου έναντι της Ελλάδας και άλλων κρατών της Δύσης στο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου, στις διαπραγματεύσεις για το «Κυπριακό», καθώς και στα γεγονότα της Συρίας. Ωστόσο, σημαντικά πράγματα συμβαίνουν και στα βόρεια σύνορά μας, ιδιαίτερα στα Σκόπια.

Στη γειτονική χώρα, για αρκετούς μήνες τώρα, δεν υπάρχει κυβέρνηση, παρά το ότι υπάρχει συνεννόηση μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος και αλβανικών κομμάτων, που θα οδηγούσε οποιονδήποτε καλόπιστο ρυθμιστή του πολιτεύματος να αντιληφθεί ότι υπάρχει η δεδηλωμένη και να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ωστόσο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Γκιόργκι Ιβάνοφ, που εκλέχθηκε από το κόμμα του Νίκολα Γρούεφσκι, δεν δίνει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στους αντιπάλους του πρώην Πρωθυπουργού, επικαλούμενος ρόλο της Αλβανίας στην προσέγγιση μεταξύ Σοσιαλιστών και αλβανικών κομμάτων. Ουσιαστικά ο «ρυθμιστής» του πολιτεύματος έρχεται, σχεδόν ανοιχτά, να κατηγορήσει μία πολύ μεγάλη μερίδα του πολιτικού προσωπικού της χώρας του για «προδοσία» και για εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων, που θα οδηγήσει στην διάσπαση της χώρας. Πέρα από την άρνηση του Προέδρου να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ζόραν Ζάεφ, ένα άλλο μέσο κωλυσιεργίας που χρησιμοποιεί η πλευρά Γκρούεφσκι είναι το να μην επιτρέπει με τους βουλευτές της να συγκροτηθεί σε σώμα η Βουλή. Επιπλέον, πολύ συχνά, υπάρχουν συγκεντρώσεις – που προβάλλουν τα φιλικά προς τον Γκρούεφκσι ΜΜΕ – από πολίτες που αυθόρμητα διαδηλώνουν υπέρ της ενότητας της χώρας.

Το θέμα έχει πάρει διεθνείς διαστάσεις. Πολλά ευρωπαϊκά κράτη έχουν καλέσει τους πολιτικούς των Σκοπίων να βρουν λύση με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών, ενώ πολλοί αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επισκεφθεί τα Σκόπια, με τελευταίο τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ. Οι προσπάθειες αυτές έχουν πέσει στο κενό, καθώς ο Γκρούεφσκι και οι υποστηρικτές του δεν υποχωρούν. Ζητούν νέες εκλογές, ελπίζοντας ότι σε μία νέα αναμέτρηση θα κερδίσει μεγαλύτερα ποσοστά μεταξύ του σλαβικού πληθυσμού της χώρας, που εν τω μεταξύ έχει προσπαθήσει να πολώσει.

Όμως εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα, στην πόλωση. Ο Γκρούεφσκι και οι οπαδοί του ξεχνούν ότι η χώρα τους, το 2001, έφθασε στο χείλος του εμφυλίου πολέμου και χρειάσθηκαν πολλές προσπάθειες από τον διεθνή παράγοντα, ώστε να αποτραπεί η σύγκρουση. Προϋπόθεση και βασικός όρος στην Συμφωνία της Αχρίδας ήταν τότε η ισονομία και η ισοπολιτεία μεταξύ Σλάβων και Αλβανών, πράγμα που, όπως φαίνεται, δεν εφαρμόσθηκε από τον Γκρούεφσκι και οδήγησε στην συμμαχία των δεύτερων με τον Ζάεφ.

Αν ο Γκρούεφσκι και το VMRO συνεχίσουν αυτήν την πολιτική, τότε υπάρχει κίνδυνος περαιτέρω τριβών, όπως το 2001, ή, στην καλύτερη περίπτωση, να συμβεί αυτό που φοβάται και καταγγέλλει ο Γκρούεφσκι: να επιταχυνθούν οι διαδικασίες ομοσπονδοποίησης του γειτονικού κράτους. Και η Ελλάδα τι θα κάνει;

Η Ελλάδα γνωρίζει ότι τα Σκόπια λειτουργούν αλυτρωτικά. Ωστόσο, σε αντίθεση με την Τουρκία, δεν παρεμβαίνει στα εσωτερικά των γειτόνων. Υποστηρίζει πάντα την εφαρμογή των αρχών και των διαδικασιών της δημοκρατίας, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων. Από εκεί και πέρα, οι εξελίξεις θα έρθουν από μόνες τους. Ενόψει αυτών χρειάζεται ψυχραιμία, διπλωματική εγρήγορση, νηφάλια ανάλυση με βάση το εθνικό συμφέρον και όχι κινδυνολογία περί μεγέθυνσης άλλων γειτονικών κρατών ή ανάφλεξης των Βαλκανίων.

Advertisements
Κλασσικό

Τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται στα πρόθυρα του πολέμου!

Με αφορμή τα επεισόδια στα Σκόπια (27.04.2017) και σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Ράμα (18.04.2017), ότι δεν θα πρέπει να αποκλείεται η ένωση της Αλβανίας με το Κοσσυφοπέδιο σε περίπτωση μη ένταξης της πρώτης στην ΕΕ, αναπτύχθηκε στα ελληνικά ΜΜΕ ένα κλίμα κινδυνολογίας. Το αφήγημα που μεταδόθηκε στους πολίτες, με την βοήθεια αβάσιμων αναλύσεων, είναι ότι η περιοχή βρίσκεται, περισσότερο ή λιγότερο, στα πρόθυρα της ανάφλεξης.

Είναι όμως πράγματι έτσι;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά από έξι μήνες ακυβερνησίας στα Σκόπια και της εμμονής του Γκρούεφσκι να παραμείνει στην εξουσία, η πιθανότητα σύγκρουσης μεταξύ των Σλαβόφωνων και των Αλβανόφωνων υπάρχει. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά, αφού οι δύο κοινότητες συγκρούσθηκαν το 2001. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ίδια με το 2001. Πολύ απλά διότι οι εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές έχουν υποχωρήσει έναντι των πολιτικών, καθώς μαζί με τους Αλβανόφωνους συμπράττει και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDSM) των Σκοπίων.

Κύριος σκοπός είναι η απομάκρυνση του Γκρούεφσκι από την εξουσία, η διερεύνηση όλων εκείνων των υποθέσεων για τις οποίες κατηγορείται, αλλά και η πλήρης ισονομία και ισοπολιτεία μεταξύ των κοινοτήτων, όπως προέβλεπε η συμφωνία της Αχρίδας του 2001.Και εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο Γκρούεφσκι που κατηγορεί τους Σοσιαλδημοκράτες περίπου ως προδότες, διότι έχουν συμφωνήσει με τα κόμματα των Αλβανόφωνων την ομοσπονδοποίηση του κράτους, στην βάση μίας συμφωνία που έγινε με την βοήθεια της Αλβανίας, της «πλατφόρμας των Τιράνων». Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Γκρούεφσκι πολώνει για να μην σχηματισθεί κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και κομμάτων των Αλβανόφωνων, και να ξαναγίνουν εκλογές, τις οποίες και ελπίζει πως, μέσω της πόλωσης που έχει καλλιεργήσει, θα κερδίσει.
Σε αυτήν την εικόνα, ας προστεθεί και ο ρόλος του διεθνούς παράγοντα, ο οποίος, εδώ και πολύ καιρό, πιέζει προς την κατεύθυνση σχηματισμού κυβέρνησης, με βάση την αρχή της δεδηλωμένης, που εμφανώς διαθέτει ο αντίπαλος του Γκρούεφσκι συνασπισμός. Με μία μόνη εξαίρεση: αυτήν της Ρωσίας, η οποία, χρησιμοποιώντας τακτικές αντίστοιχες της Μέσης Ανατολής, προσπαθεί να επιστρέψει στα Βαλκάνια και προς την οποία έχει στραφεί ο Γκρούεφσκι.

Τι θα μπορούσε κανείς να αναμένει; Το πιθανότερο και καλό σενάριο είναι να σχηματισθεί κυβέρνηση. Σε αυτήν την περίπτωση θα εξαλειφθούν οι τριβές; Όχι, απαραίτητα, καθώς τίποτε δεν αποκλείει να συνεχισθούν. Και αν το καλό σενάριο δεν προκύψει και η χώρα οδηγηθεί σε σύγκρουση, ποιές θα είναι οι συνέπειες για την Ελλάδα; Για να απαντηθεί το ερώτημα, προτείνω να θυμηθούμε το 2001:
κάποια εμπόδια στις οδικές μεταφορές, κάποιες δυσκολίες για τους Έλληνες που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στα Σκόπια και, ασφαλώς, μείωση των όχι και τόσο πολύφερνων Σκοπιανών τουριστών. Αυτά… τίποτε άλλο!

Στην περίπτωση μίας τέτοιας σύγκρουσης, υπάρχει πιθανότητα η Αλβανία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Αλβανόφωνους; Ναι, πιθανότητα πάντα υπάρχει. Ωστόσο είναι μικρή. Πρώτον, γιατί η στρατιωτική και οικονομική ισχύς της Αλβανίας είναι περιορισμένες για μία τέτοια επιχείρηση και, δεύτερον, γιατί ο Ράμα, που βρίσκεται σε προεκλογική ουσιαστικά περίοδο, έχει ξεκάθαρα και αυστηρά προειδοποιηθεί και από το ΝΑΤΟ και από την ΕΕ, τόσο για το Κοσσυφοπέδιο όσο και για τα Σκόπια. Από την άλλη πλευρά, όπως θέλει το σενάριο των κινδυνολογούντων, υπάρχει πιθανότητα η Βουλγαρία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Σλαβόφωνους; Αυτή η πιθανότητα είναι ακόμη πιο μικρή, καθώς η Βουλγαρία είναι κράτος μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και οι σαφείς της προτεραιότητες είναι αναπτυξιακές και οικονομικές.

Και η Ελλάδα; Σε αντίθεση με την Τουρκία ή άλλα κράτη, η χώρα μας δεν παρεμβαίνει στα εσωτερικά των γειτόνων. Υποστηρίζει πάντα την εφαρμογή των αρχών και των διαδικασιών της δημοκρατίας, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων. Και, φυσικά, εφόσον της ζητηθεί, μπορεί, όπως το έκανε το 2001, να συμβάλει στην αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η ψύχραιμη επαγρύπνηση από τους αρμόδιους παράγοντες της χώρας μας είναι δικαιολογημένη, όπως και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, τον οποίο πάντα υποστήριζα. Όχι όμως και η διαχεόμενη κινδυνολογία, η οποία, σε αυτήν την οικονομικά δύσκολη περίοδο, προσθέτει στους πολίτες και την ανησυχία του πολέμου. Στον οποίο κανένας από τους βόρειους γείτονες δεν μπορεί να εμπλέξει την Ελλάδα, πολύ απλά γιατί δεν έχει την ισχύ να το κάνει. Ωστόσο αυτή η κινδυνολογία μπορεί να στραφεί και εναντίον των συμφερόντων της χώρας μας. Διότι το επιχείρημα έχει ήδη διαμορφωθεί και ακούστηκε υπό μορφή ερώτησης: μήπως η γειτονική χώρα βιώνει την αστάθεια επειδή, λόγω της Ελλάδας, δεν έχει ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ; Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι το επιχείρημα μπορεί να μετατραπεί σε πίεση προς την χώρα μας, δηλαδή να υποχωρήσει στις ενταξιακές επιδιώξεις των Σκοπίων και στο ζήτημα του ονόματος χάριν της «σταθερότητας» της περιοχής!

Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει οι «αναλυτές» να είναι πιο προσεκτικοί. Διότι το παραπάνω επιχείρημα ξανακούστηκε και το 2001 και το 1992, αλλά ακόμη περισσότερο, το πρόβλημα της χώρας μας με τα Σκόπια έτσι περίπου ξεκίνησε. Όταν η Ελλάδα, ωθούμενη από τις συμμαχικές ανάγκες της δεκαετίας του 1950, συνήψε διπλωματικές σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία του Τίτο και έθεσε το θέμα της «Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας», τότε της ζητήθηκε να μην επιμείνει και της αντιτάχθηκε το επιχείρημα της σταθερότητας της περιοχής, της μεγάλης της συνεισφοράς προς την Δύση, αλλά και του ότι εν λόγω Δημοκρατία δεν είχε διεθνή οντότητα. Όμως, σαράντα χρόνια μετά, απέκτησε!

Με βάση τα παραπάνω, τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται τώρα στα πρόθυρα του πολέμου! Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς την ύπαρξη εθνικιστικών διεκδικήσεων ή την ανάμειξη παραγόντων εκτός περιοχής, όπως η Τουρκία και η Ρωσία, οι οποίες επιθυμούν την ανάπτυξη των επιρροών τους στα Βαλκάνια. Όμως, κανείς δεν γνωρίζει το άμεσο ή απώτερο μέλλον, καθώς τα ανθρώπινα πράγματα χαρακτηρίζονται από άγνοια του μέλλοντος και αβεβαιότητα. Συνεπώς καλό θα ήταν να παραμείνουμε στις πάγιες συμβουλές που προκύπτουν από την επιστημονική μελέτη των Διεθνών Σχέσεων:
να παρακολουθούμε σταθερά, να αναλύουμε και να αντιμετωπίζουμε με νηφαλιότητα και ψυχραιμία τα γεγονότα, οι κινήσεις μας να στηρίζονται σε έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό και, φυσικά, να αποφεύγουμε την κινδυνολογία, την συνομωσιολογία και την συγκυριακή προσέγγιση των σοβαρών ζητημάτων της ειρήνης και του πολέμου!

Κλασσικό

Υπάρχει κίνδυνος θερμού επεισοδίου μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας μετά το δημοψήφισμα;

Ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου δεν μειώθηκε, αλλά και δεν αυξήθηκε, σε σχέση με την περίοδο πριν το δημοψήφισμα. Κατά την άποψή μου, ο κίνδυνος ήταν σχετικά χαμηλός, παρά την ρητορική του Ερντογάν.

Εξηγούμαι. Ο Ερντογάν και πριν και τώρα έχει να αντιμετωπίσει μία σειρά μεγάλων προβλημάτων. Στο εσωτερικό, το πρώτο είναι το Κουρδικό, το δεύτερο είναι οι τζιχαντιστές που έχουν διεισδύσει σε διαφορετικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού (όπως ο δολοφόνος του Ρώσου πρέσβη), και το τρίτο είναι η οικονομία. Η Τουρκία είχε ρυθμό ανάπτυξης περί το 9% και τώρα είναι περίπου στο 2.5%. Οι ξένες επενδύσεις φεύγουν, νέες δεν έρχονται και (λόγω και αυτών) η λίρα πέφτει διαρκώς. Ο τουρισμός βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και τέταρτο ζήτημα: η αντίδραση που θα υπάρχει από τους υποστηρικτές του «όχι».

Ας θυμηθούμε και τα προβλήματα στο εξωτερικό. Έχει πρόβλημα στο Ιράκ με την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους. Στην Συρία, η τουρκική εισβολή δεν πέτυχε τους στόχους της, ενώ και εκεί οι Κούρδοι επιδιώκουν αυτονομία. Τέλος, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση, ειδικά με την ΕΕ, δεν είναι οι καλύτερες.

Γιατί λοιπόν στα τόσα προβλήματα να προσθέσει και ένα ακόμη με ένα κράτος της ΕΕ, έτοιμο να αμυνθεί (η άμυνα ευκολότερη της επίθεσης), το οποίο παρά τα οικονομικά δεινά του, διατηρεί μία αξιοπρεπή αποτρεπτική ισχύ;

Τέλος, το σημαντικότερο. Ο Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα, αποδυνάμωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα την τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Μέχρι και αγγελία έβαλαν για να βρούνε νέους πιλότους..! Επιπλέον, ποιον θα αντιμετωπίσουν πρώτον οι δυνάμεις του; Το ΡΚΚ, τους Κούρδους της Συρίας, τους τζιχαντιστές ή και μία επιπλέον σοβαρή πολεμική μηχανή; Και αν κάνει γενική κινητοποίηση, δεν έχει τον φόβο μήπως στραφούν εναντίον του;

Ο μόνος κίνδυνος είναι ένα ατύχημα στον αέρα ή στην θάλασσα. Αλλά αυτός υπήρχε και πριν το πραξικόπημα, όπως και πριν το δημοψήφισμα…

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 23.4.2017

Κλασσικό