Λόγος Επαινετικός προς την Καθηγήτρια Katherine Elizabeth Fleming

Αξιότιμη κυρία Fleming,

O Πρόεδρος του Τμήματός μας επαίνεσε ήδη την συμβολή σας στην επιστήμη.

Εμένα επιτρέψτε να Σας επαινέσω, αναφερόμενος κυρίως σε αυτό που ο νόμος απαιτεί ως προϋπόθεση για την αναγόρευση επιτίμου διδάκτορος, τις πολύτιμες υπηρεσίες στο Έθνος – μία έννοια που ασφαλώς μπορεί να πάρει διαφορετικά περιεχόμενα. Ακολουθώντας ωστόσο τον νόμο, θα μου επιτρέψετε στην συνέχεια να πορευτώ με μία δική σας, και ταυτοχρόνως δική μου, ανάγνωση της συγκεκριμένης έννοιας.

«Εν αρχη ην ο Λόγος»! Γιατί λοιπόν σας απονέμουμε τον τίτλο της Επιτίμου Διδάκτορος του Τμήματος;

Με την αναγόρευση αυτήν το κάθε μέλος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και, συνεπώς, όλοι μαζί τιμούμε εκείνα τα οποία αναδείξατε και θα παραθέσω, και που ως οντότητα εκπροσωπείτε: την προσήλωση στην έρευνα, στην αλήθεια και στην αντικειμενικότητα, στην ανοχή στο διαφορετικό, στην σύνθεση, στην Ελληνικότητα, στον «αποχαιρετισμό στα όπλα» (Remarque). Τιμούμε, επίσης, εμμέσως πλην σαφώς, όλες και όλους εκείνους τους συμπατριώτες μας που χάθηκαν από τον τόπο μας, με το πρώτο τραίνο να φεύγει από την Θεσσαλονίκη στις 15 Μαρτίου 1943, ημέρα Δευτέρα.

Ακόμη, έχοντας πλήρη αίσθηση των καιρών στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο, επιθυμούμε, αναλαμβάνοντας την προσωπική μας ευθύνη, να πάρουμε θέση και να στείλουμε πολλαπλά μηνύματα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, τόσο στην θλιβερή και ανησυχητική ενίσχυση των άκρων, όσο και σε εκείνους που ανεύθυνα στη γειτονιά μας, στην Ευρώπη ή αλλού, υιοθετούν ρητορικές ηγεμονισμού, μονομέρειας, αποκλεισμού και βίας. Ρητορικές οι οποίες ασφαλώς δημιουργούν την αγωνία για το πότε θα γίνει το πέρασμα από τα λόγια στην πράξη.

Με το συγγραφικό σας έργο για την Μεσόγειο, τον Ελληνισμό, και την ελληνική Ιστορία, όπως για τον ρόλο του Αλή Πασά στην επιτάχυνση της Επανάστασης του ’21, αλλά ιδιαίτερα με το βιβλίο Greece: a Jewish History, αναδείξατε διαστάσεις της δημιουργίας του Ελληνικού κράτους, αλλά και του δύσκολου παρελθόντος της χώρας μας και των ανθρώπων της. Άλλες φορές αυτές οι διαστάσεις καταλήγουν να είναι απανωτές γροθιές στο στομάχι και οδηγούν σε ντροπή και θλίψη, και άλλες – όταν φθάνουμε σε εκείνους που στάθηκαν όρθιοι ή στους λίγους «δίκαιους των Εθνών» (όπως ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος) –  προσφέρουν ανακούφιση, υπερηφάνεια και νοσταλγία, αν όχι χαρμολύπη.

Το έργο σας – μια που αναρωτιέστε – δεν είναι κατά την άποψή μου μία εβραϊκή ιστορία, αλλά είναι η Ελληνική ιστορία της ολοκλήρωσης του σύγχρονου κράτους και έθνους, ιδωμένο κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα, αυτό των Εβραίων της Ελλάδας που κατέληξαν να είναι Έλληνες. Διότι σημασία δεν έχει το πώς γεννιέσαι ή, ακόμη περισσότερο, το πώς ζεις. Σημασία έχει το πώς φεύγεις! Και ένα είναι βέβαιο, ότι όσοι άνθρωποι έφυγαν, και που είναι σήμερα εδώ παρόντες, έφυγαν ως Έλληνες Εβραίοι. Κυρίως δε, έφυγαν ως άνθρωποι μίας αναπόδραστα μεικτής παράδοσης, μίας σύνθεσης, που ανεξαρτήτως των διαφορετικών χυμών που ανέβλυζαν από τα βάθη του χρόνου, είχε σε μεγάλο ποσοστό μέσα της την ελληνική πραγματικότητα και συνέχεια.

Αναδείξατε με την έρευνά σας τις επίπονες προσπάθειες του Ελληνικού κράτους να ενώσει τους υπό την Οθωμανική αυτοκρατορία πληθυσμούς του. Παρουσιάσατε τις διαφορετικές εβραϊκές κοινότητες ανά τον Ελλαδικό χώρο και τον βαθμό ολοκλήρωσης καθεμιάς από αυτές στον Ελληνικό κόσμο και πολιτισμό, όπως αυτή των Ρωμανιωτών και των Εβραίων της Μακεδονίας, της Δράμας, της Καβάλας, της Κατερίνης, της Βέροιας, της Φλώρινας. Αναδείξατε τους ανταγωνισμούς μεταξύ του Ελληνικού κράτους και κάποιων Εβραϊκών κοινοτήτων, όπως αυτή της πόλης μας, τους ανταγωνισμούς μεταξύ αυτών των ίδιων των εβραϊκών κοινοτήτων, τον ανταγωνισμό μεταξύ Ελλήνων και Εβραίων (σε κάποιες περιπτώσεις, ίσως και για το ποιος είναι ο «περιούσιος λαός», αυτό που αποκαλείτε exceptionalism των δύο λαών), αλλά και τις εκατέρωθεν αδικίες, που σε κάποιες περιπτώσεις είχαν ένα τιποτένιο οικονομικό κίνητρο.

Αυτά είναι τεκμηριωμένα και αληθινά, για αυτό και ωφέλιμα, τόσο στην όποια λογική του έθνους, όσο και στην λογική πλέον ενός καθόλα δημοκρατικού λαού και της συνείδησης ενός εκάστου εξ ημών. Γιατί, παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις, η μνήμη, αυτή που καίει ως «άκαυτη βάτος», και ακόμη περισσότερο η ευθύνη δεν είναι συλλογική υπόθεση, είναι ατομική. Μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, σαν κι αυτά που οδήγησαν σε καταστροφές ή που τώρα ξανά απειλούν, ισχύουν τα περί συλλογικοτήτων. Αντίθετα, είναι η ατομική μνήμη και η ατομική αίσθηση ευθύνης και ατομικής απόδοσης δικαιοσύνης που έχουν σημασία σε ένα διαποτισμένο από την ιδέα του Δικαίου, σύγχρονο και κοινωνικά φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα.

Στο έργο σας κυρίαρχη θέση – πώς θα μπορούσε αλλιώς – έχει το ολοκαύτωμα.

Η κορύφωση όμως της έρευνας και της αφήγησής σας δεν είναι τόσο το τι συνέβη εδώ, στον ελλαδικό χώρο. Αφορά κυρίως τί έγινε εκεί, στον τόπο του μαρτυρίου. Εκεί που έπαυσαν να είναι οι Εβραίοι της κάθε διαφορετικής περιοχής, οι Γιαννιώτες, οι Θεσσαλονικείς και οι Αθηναίοι, οι Μακεδόνες και οι Κρητικοί. Εκεί ήταν οι Έλληνες, που σαφώς διαφοροποιούνταν ως συλλογικότητα από τους ομόθρησκούς τους της Γαλλίας ή της Πολωνίας ή άλλων περιοχών της Ευρώπης. Εκεί, σε αυτό το τρομακτικό περιβάλλον, λειτούργησαν και ο αυτοπροσδιορισμός και ο ετεροπροσδιορισμός. Και στις δύο περιπτώσεις η βάση των διεργασιών, αλλά και το σημείο αναφοράς ήταν η Ελλάδα.

Η διαδικασία της ελληνοποίησης, «hellenization», όπως την ονομάζετε, δεν σταμάτησε όμως. Συνεχίσθηκε, παρά τις εξαιρετικά αντίξοες μεταπολεμικές συνθήκες. Οι Έλληνες των στρατοπέδων αντιμετώπισαν δύσκολες συνθήκες επαναπατρισμού. Ήταν ο εμφύλιος, οι μεγάλες αδυναμίες, αν όχι η ανυπαρξία του ελληνικού κράτους, και, ασφαλώς, η πονηρία και η προκατάληψη, ο αντισημιτισμός των αμαθών και των επιτηδείων.

Κάποιοι διεκδίκησαν τη θέση τους και δημιούργησαν στην Ελλάδα, όπως οι συμπολίτες μας της Ισραηλιτικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Άλλοι, αναζητώντας νέους δρόμους ασφάλειας, ευημερίας και οράματος επέλεξαν την πορεία προς το Ισραήλ ή τον νέο κόσμο, όπως και πολλοί μη Εβραίοι Έλληνες.

Και εκεί είναι που έρχεσθε να αναδείξετε την συνέχεια της ελληνοποίησης. Εκεί συνέχισαν, με τα περισσότερα ή λιγότερα στοιχεία της ελληνικής γλώσσας, με τις συνήθειές τους, με τις γεύσεις τους, με τα ακούσματά τους, για μία ακόμη φορά. Και εκεί βίωσαν ξανά τον ετεροπροσδιοριμό εκ μέρους των ισχυρότερων ομάδων. Αλλά και τον αυτοπροσδιορισμό μέσα από την νοσταλγία – μία νοσταλγία που καθιστούσε πολλά σπίτια μία μικρή Ελλάδα, όπως το σπίτι του συμφοιτητή μου στο Denver, Co.. Τι σημασία είχε αν ο Αλέξης είχε διαφορετική θρησκεία από μένα; Το σπίτι του ήταν γεμάτο Ελλάδα, γεμάτο ήχους, εικόνες και χρώματα από το Αιγαίο. Και εμείς ήμασταν οι Έλληνες, the Greeks, όπως όλοι οι άλλοι μας προσδιόριζαν.

Την Ιστορία την αναζητήσατε στις πηγές της, με όπλο την Ελληνική σας γλώσσα και την μακρόχρονη παραμονή σας στην χώρα. Συγγράψατε μία Ιστορία της Ελλάδας, ακολουθώντας την επιστημονική μέθοδο, γνωστή από την εποχή του Θουκυδίδη. Όπως και εκείνος, λάβατε τις πληροφορίες όχι «από τον πρώτον τυχόντα», ούτε όπως τα φανταζόσασταν, αλλά αφού τα υποβάλατε σε «ακριβέστατο έλεγχο». Και είναι βέβαιο ότι «η εξακρίβωσή τους ήταν έργο δύσκολο, διότι οι αυτόπτες μάρτυρες των διαφόρων γεγονότων» – όσοι  επέζησαν – «δεν εξέθεταν τα ίδια πράγματα κατά τον ίδιο τρόπο, αλλά ο καθένας ανάλογα με την μνήμη του ή την εύνοια που είχε προς την μία ή την άλλη πλευρά» (Α.22).

Η Ιστορία είναι έτσι, πάντα η μία και η άλλη πλευρά, ένα δίκοπο μαχαίρι, εκείνο που μας αρέσει και εκείνο που δεν μας αρέσει. Από εκεί κει πέρα το μόνο που απομένει είναι το ποια πλευρά του μαχαιριού ακονίζουμε και με ποια προδιάθεση το κρατάμε στα χέρια μας, Αν υπάρχουν, όπως συμβουλεύει ο Θουκυδίδης, ευβουλία, διάθεση «έμφρονος σωφροσύνης» και σύνεση, συνδυασμένες πλέον με την βαθειά ατομική αίσθηση της Δικαιοσύνης, τότε η Ιστορία, το αληθές, καθίσταται, όπως το λέει ο Ελύτης, «αιέν της Δίκης το άγαλμα» και ως «ο Μέγας Οφθαλμός» είναι εμπόδιο για κάθε ιδεολογικά και πολιτικά στρατευμένο αναθεωρητή της Ιστορίας.

Εσείς κρατήσατε το μαχαίρι της Ιστορίας για την χώρα μας με «έμφρονα σωφροσύνη» και σύνεση. Καταθέσατε εμμέσως και μία πολιτική πρόταση, αυτήν της «ελληνοποίησης», που στηρίζεται στις ισχυρές πολιτισμικές ρίζες αυτού του τόπου και στις αγωνίες του, και η οποία αξίζει να συζητηθεί στο παρόν για το μέλλον.

Για όλους τους παραπάνω λόγους – όπως και η Προεδρία της Δημοκρατίας αποδίδοντάς σας την Ελληνική υπηκοότητα – σας θεωρούμε άξια διδάκτορα του Τμήματός μας.

Παρακαλώ, επαναλάβετε μαζί μου: Άξια!

Advertisements
Κλασσικό

Daniel Drezner: Which classic work of international relations offers the most pertinent description of today?

Spoiler Alerts is pretty fond of classic works of international relations. Over the past half-year, it’s been interesting how certain classic works come to mind in trying to think about where we are today.

Trying to get a grip on the current moment is difficult. It seems as though we are poised uneasily between the existing liberal international order and whatever Team Trump and the Populist Legion of Doom manages to stumble into create while in office. The stock market seems perfectly unruffled about this; I am not so sanguine.

As I try to figure what’s going on, there are three quotes from three classic works that I cannot shake. The problem is that I’m not sure which one is correct.

The first comes from Kenneth Waltz’s 1979 realist bible, «Theory of International Politics»:

The texture of international politics remains highly constant, patterns recur, and events repeat themselves endlessly. The relations that prevail internationally seldom shift rapidly in type or in quality. They are marked instead by a dismaying persistence.

It is easy to say that nothing that is happening right now is normal, that the world has changed. It is harder but no less important to think about whether what seems strange right now does not amount to significant change in the future. President Trump vowed that he would get along well with Russia, but it’s funny how forces beyond Trump’s control have made that much less likely. Maybe, for all of the current craziness, the status quo will endure.

The second quote comes from John Maynard Keynes’s tell-all about the Versailles treaty, «The Economic Consequences of the Peace.» Keynes was convinced — correctly, as it turned out — that the treaty was too harsh toward Germany and would depress economic growth going forward. He also had lots of dishy things to say about the leaders at Versailles. But what makes this book stand out now is Keynes’s ode to what life was like in 1914, before the war started and economies closed up. His first chapter highlights what the war and its aftermath cost Europeans:

What an extraordinary episode in the economic progress of man that age was which came to an end in August, 1914! The greater part of the population, it is true, worked hard and lived at a low standard of comfort, yet were, to all appearances, reasonably contented with this lot. But escape was possible, for any man of capacity or character at all exceeding the average, into the middle and upper classes, for whom life offered, at a low cost and with the least trouble, conveniences, comforts, and amenities beyond the compass of the richest and most powerful monarchs of other ages. The inhabitant of London could order by telephone, sipping his morning tea in bed, the various products of the whole earth, in such quantity as he might see fit, and reasonably expect their early delivery upon his doorstep; he could at the same moment and by the same means adventure his wealth in the natural resources and new enterprises of any quarter of the world, and share, without exertion or even trouble, in their prospective fruits and advantages; or he could decide to couple the security of his fortunes with the good faith of the townspeople of any substantial municipality in any continent that fancy or information might recommend.

What is particularly sobering is what Keynes said regarding how geopolitical animosities affected people’s confidence that the status quo would persist.

Most important of all, [the inhabitant of London] regarded this state of affairs as normal, certain, and permanent, except in the direction of further improvement, and any deviation from it as aberrant, scandalous, and avoidable. The projects and politics of militarism and imperialism, of racial and cultural rivalries, of monopolies, restrictions, and exclusion, which were to play the serpent to this paradise, were little more than the amusements of his daily newspaper, and appeared to exercise almost no influence at all on the ordinary course of social and economic life, the internationalization of which was nearly complete in practice.

This passage might resonate more if the Trump administration’s more insane trade ideas come to fruition.

Finally, there is Thucydides’s «History of the Peloponnesian War.» I’ve long been a fan of this history, but with each passing year the passage that stands out more and more is his description of how war and revolution affected daily life in Greek city-states. See if this sounds familiar:

Revolution thus ran its course from city to city, and the places which it arrived at last, from having heard what had been done before, carried to a still greater excess the refinement of their inventions, as manifested in the cunning of their enterprises and the atrocity of their reprisals. Words had to change their ordinary meaning and to take that which was now given them. Reckless audacity came to be considered the courage of a loyal ally; prudent hesitation, specious cowardice; moderation was held to be a cloak for unmanliness; ability to see all sides of a question, inaptness to act on any. Frantic violence became the attribute of manliness; cautious plotting, a justifiable means of self-defence. The advocate of extreme measures was always trustworthy; his opponent a man to be suspected. To succeed in a plot was to have a shrewd head, to divine a plot a still shrewder; but to try to provide against having to do either was to break up your party and to be afraid of your adversaries. In fine, to forestall an intending criminal, or to suggest the idea of a crime where it was wanting, was equally commended until even blood became a weaker tie than party, from the superior readiness of those united by the latter to dare everything without reserve; for such associations had not in view the blessings derivable from established institutions but were formed by ambition for their overthrow; and the confidence of their members in each other rested less on any religious sanction than upon complicity in crime. The fair proposals of an adversary were met with jealous precautions by the stronger of the two, and not with a generous confidence. Revenge also was held of more account than self-preservation.

The next time someone tells me that Thucydides is not relevant to the problems of the 21st-century world, I think I’ll just read that passage aloud until they cry uncle.

So, talk amongst yourselves: Which of the passages quoted above speaks the clearest to you, and why?

Original text: Drezner, Daniel. Which classic work of international relations offers the most pertinent description of today?. The Washington Post. 

Κλασσικό