Η παράνομη στάση της Τουρκίας και η αντιμετώπιση της

Αναμφίβολα, η σημαντικότερη παρανομία της Τουρκίας είναι η συνέχιση της κατοχής εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι συστηματικές προσπάθειες προσάρτησης των Κατεχόμενων (όπως και της ισλαμοποίησής τους). Επίσης, η απειλή χρήσης ένοπλης βίας που υφίσταται σε καθημερινή βάση, ιδιαίτερα τελευταία λόγω της ανακάλυψης των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η δεύτερη τουρκική παρανομία είναι οι διαρκείς, σκόπιμες και συστηματικές παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου και οι παραβάσεις των διεθνών κανόνων εναέριας κυκλοφορίας, οι οποίες ξεκίνησαν εδώ και αρκετές δεκαετίες επί κεμαλικού καθεστώτος και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Ο αριθμός και οι τύποι των παραβιάσεων/παραβάσεων κατά την τελευταία δεκαετία εμφανίζονται στον πίνακα και εντυπωσιάζουν αρνητικά.

Οι παραβιάσεις αυτές, όπως φαίνεται, πραγματοποιούνται συχνά με οπλισμένους σχηματισμούς και εξελίσσονται σε αερομαχίες. Τα δύο αυτά στοιχεία, πέρα από το κόστος για τον Έλληνα φορολογούμενο, δείχνουν την επικινδυνότητα της συγκεκριμένης δραστηριότητας, καθώς μπορούν να οδηγήσουν σε ατύχημα με κάποιο αεροσκάφος είτε πολιτικό είτε μαχητικό.

Ένα τέτοιο μοιραίο γεγονός είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες. Ωστόσο, το σημαντικότερο είναι η παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γι’ αυτό και πρέπει τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να τεθεί ένα τέλος σε αυτήν την κατάσταση. Πώς;

ΟΧΙ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

Πέρα από την προσήλωσή μας στη λογική της αποτροπής και το απαραίτητο γι’ αυτήν είδος ισχύος, θεωρώ ότι τα διπλωματικά μέσα δεν έχουν εξαντληθεί ούτε και η πίεση με διαδικασίες που προσφέρει η διεθνής έννομη τάξη. Και αυτά είναι η διαδοχική σύγκληση οργάνων διεθνών φορέων –ανάλογα με το θέμα προς συζήτηση και τη συγκυρία– όπως του Συμβουλίου της ΕΕ, του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ, του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αλλά και η προσπάθεια τα παραπάνω θέματα να φθάσουν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Είναι βέβαιο ότι η Τουρκία θα προσπαθήσει να παρεμποδίσει τέτοιου είδους πρωτοβουλίες και δεν πρόκειται να δεχθεί την αρμοδιότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου. Ωστόσο, η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχίζεται, χωρίς καμία διαμαρτυρία ή αντίδραση και οι εν λόγω προσπάθειες στην περίπτωση που θα επιχειρηθεί να ξεκινήσουν:

1. Θα φέρουν τα ζητήματα με τον επισημότερο τρόπο στο διεθνές προσκήνιο.
2. Θα δηλώσουν και τη δια της διπλωματίας αποτρεπτική μας διάθεση.
3. Μπορεί να συμβάλλουν στο να μειωθεί τουλάχιστον η πίεση στο Αιγαίο και στην Κύπρο.
4. Θα φέρουν πολιτικά-διπλωματικά την Τουρκία σε θέση άμυνας και θα πρέπει να ξοδέψει διπλωματικό κεφάλαιο.
5. Όλοι οι διεθνείς παράγοντες θα έχουν ενημερωθεί στην περίπτωση κάποιας δυσάρεστης και απευκταίας εξέλιξης.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην SLpress

Advertisements
Κλασσικό

Η «γαλάζια πατρίδα»… του Ερντογάν. Ένα νέο όχημα διεκδικήσεων;

Τον τελευταίο χρόνο οι Ερντογάν, Ακάρ και Τσαβούσογλου έχουν εισάγει και επαναλαμβάνουν κάθε φορά που βρίσκουν σχετική ευκαιρία την έκφραση «γαλάζια πατρίδα». Άραγε ποια να είναι αυτή η «γαλάζια πατρίδα» της Τουρκίας, η οποία ξαφνικά εμφανίστηκε στη ρητορική τους;

Όταν την άκουσα για πρώτη φορά, προσέγγισα την έκφραση με χιούμορ. Πώς ένας λαός, αρχικά κτηνοτρόφων, με καταγωγή από την Κεντρική Ασία, του οποίου μάλιστα ο ναύαρχος δεν μπορούσε να βρει τη Μάλτα, μπορεί να έχει «γαλάζια πατρίδα»;

Όμως μετά από τις πολλές επαναλήψεις, σκέφτομαι ότι δεν το λένε τυχαία και ότι με αυτόν τον τρόπο επιχειρούν να θεμελιώσουν ή να «νομιμοποιήσουν» διεκδικήσεις σε θέματα της ΑΟΖ, όπως συνήθως κάνουν στα ζητήματα της θάλασσας, καθώς δεν έχουν το διεθνές δίκαιο με το μέρος τους.

Σε τούτο άλλωστε οδηγούν τα παρακάτω στοιχεία:

  1. Η Τουρκία διεκδικεί, αντίθετα με το διεθνές δίκαιο, υφαλοκρηπίδα μέχρι τη μέση του Αιγαίου, επειδή τα μικρά στο μέγεθος νησιά μας ‘κάθονται’ γεωλογικά πάνω στην υφαλοκρηπίδα της Μικράς Ασίας, η οποία, ούσα αυτή ογκώδης, προεκτείνεται κάτω από τα νερά του αρχιπελάγους μας.
  2. Η συγκεκριμένη λογική στηρίζεται στην αντίληψη του 19ου αιώνα περί «ζωτικού χώρου» (lebensraum), την οποία υιοθέτησαν για τις επεκτατικές τους βλέψεις και οι Ναζί. Η Γερμανία, δηλαδή, χρειαζόταν, ως μεγάλη χώρα, «ζωτικό χώρο» για να μπορεί να αναπνέει. Τούτη η άποψη μεταλαμπαδεύτηκε στην Τουρκία από τους Γερμανούς εκπαιδευτές του Τούρκων αξιωματικών, που αποτέλεσαν την μετέπειτα ηγεσία της χώρας. Δυστυχώς, έκφανση αυτής της λογικής ήταν και η διατύπωση περί «ζωτικών συμφερόντων» της γείτονος στη Συμφωνία της Μαδρίτης, που υπεγράφη το 1997 από τους Σημίτη και Ντεμιρέλ..
  3. Το ίδιο σκεπτικό χρησιμοποιείται από την Τουρκία και στην περίπτωση του Καστελόριζου. Η Τουρκία υποστηρίζει ότι δεν μπορεί ένα τόσο μικρό νησί να στερεί στην ίδια, με τον όγκο που διαθέτει, το δικαίωμα να έχει ΑΟΖ. Πρόκειται για μία πολιτική λογική, του όγκου και της ισχύος, που προφανώς δεν στηρίζεται  στο Διεθνές Δίκαιο.
  4. Η νέο-οθωμανική εξωτερική πολιτική εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό στο κείμενο του Νταβούτογλου Το Στρατηγικό Βάθος (Εκδόσεις Ποιότητα). Σε αυτό ο συγγραφέας, πρώην Υπουργός Εξωτερικών και πρώην Πρωθυπουργός, αφιερώνει υποκεφάλαιο (6.3.3.1) με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο θαλάσσιος ζωτικός χώρος και το Αιγαίο». Θεωρώ ότι τα σχόλια περιττεύουν…

Πέρα όμως από τα περί ζωτικού χώρου και στρατηγικού βάθους, ένα άλλο στοιχείο που μπορεί να προστεθεί στον προβληματισμό μας είναιη ιστορία του θεσμού της ΑΟΖ. Αυτή δεν αποκαλούνταν έτσι εξ αρχής. Ξεκίνησε ως διεκδίκηση των κρατών της δυτικής ακτής της Νότιας Αμερικής, τα οποία, μη διαθέτοντας γεωλογικά υφαλοκρηπίδα, επιχείρησαν να διασφαλίσουν τα πέραν των χωρικών τους υδάτων πλούσια σε αλιεία ύδατά τους, διαμορφώνοντας μία νέα ζώνη, πού τότε αποκάλεσαν «πατρογονική» θάλασσα (“patrimonial sea”). Με άλλα λόγια, καθώς δεν υπήρχε στο τότε Διεθνές Δίκαιο κάποια τέτοια ζώνη ή δικαίωμα, αυτά προσπάθησαν να την δημιουργήσουν πολιτικά, επικαλούμενα την έννοια μιας κάποιας κληρονομιάς που προέκυπτε από τα βάθη του χρόνου. Μήπως αυτό το ιστορικό προηγούμενο στην ιστορία του Δικαίου της Θάλασσας θυμίζει κάτι από «γαλάζια πατρίδα»;

Τα παραπάνω στοιχεία εκτιμώ ότι πρέπει να μας προβληματίσουν. Από την πλευρά μας πάντως, μέχρι στιγμής δεν έχω καταγράψει κάποια αντίδραση. Ωστόσο, επειδή στα εθνικά ζητήματα και ειδικά στις σχέσεις μας με την γείτονα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, μήπως είναι καιρός να ζητηθούν κάποιες εξηγήσεις;

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Huffington Post

Κλασσικό

Νηφάλια αποφασιστικότητα: η απάντηση στη λαγνεία ή στο φόβο του πολέμου με την Τουρκία!

Η επιθετική και προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας στο διεθνές σύστημα και η εχθρική ρητορική του Προέδρου της Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και ανώτερων κυβερνητικών στελεχών, έχουν προκαλέσει ανησυχία στην Ελλάδα με δύο ερωτήματα να κυριαρχούν: το αν θα γίνει πόλεμος και το ποια πρέπει να είναι η στάση της χώρας μας απέναντι στην γείτονα.

Όσο και αν είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για το μέλλον, η απάντηση στην πρώτη ερώτηση, με βάση τα ισχύοντα σήμερα και χωρίς την επέλευση κάποιου τυχαίου ή απρόβλεπτου γεγονότος, θα πρέπει να είναι αρνητική. Και τούτο διότι η ηγεσία της Τουρκίας, ακόμη και αν επιθυμούσε την σύγκρουση, από το μια γνωρίζει ότι θα υποστεί πολύ μεγάλο κόστος και, κυρίως, από την άλλη έχει μία σειρά προβλημάτων να αντιμετωπίσει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, καθώς και άλλες πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες.

Στο εσωτερικό, το πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημά της, που ονομάζω και «αχίλλειο πτέρνα», είναι η οικονομία της, η οποία τελεί σε «υπερθέρμανση» και διαρκώς επιδεινώνεται. Το δεύτερο, γνωστό από παλιά, είναι το Κουρδικό και η δράση του PKK, το τρίτο, που φαίνεται να έχει κοπάσει, είναι η ισλαμιστική τρομοκρατία, και το τέταρτο η εσωτερική διαμάχη λόγω της εκκαθάρισης των πολιτικών αντιπάλων του Ερντογάν. Στο εξωτερικό η Τουρκία έχει εμπλακεί στον πόλεμο της Συρίας, θεωρεί απειλή την οργάνωση και τυχόν αυτονόμηση των εκεί Κούρδων, ενώ, ασφαλώς υπάρχει και το ζήτημα του ιρακινού Κουρδιστάν.

Αυτά τα ζητήματα ή ανάγκες προσδιορίζουν τις προτεραιότητες για τον Ερντογάν, ο οποίος, επιπλέον, έχει επωμισθεί και την υλοποίηση του ιδεολογικού προτάγματος του νεο-οθωμανισμού στο εσωτερικό, με κοινωνικές εκ των άνω κατευθυνόμενες αλλαγές, αλλά κυρίως στο εξωτερικό. Πρόκειται για την ιδεολογία ανασύστασης της επιρροής της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή, όπως παλαιότερα των Οθωμανών, που οδηγεί διαρκώς και ακατάπαυστα την Τουρκία σε διαμάχες με τους γείτονές της, αλλά και πιο πέρα με χώρες όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, τα κράτη της ΕΕ, ακόμη και τις ΗΠΑ, που απειλήθηκαν με «οθωμανικό χαστούκι».

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό, με τις επερχόμενες εκλογές του 2019, οδηγούν την τουρκική ηγεσία σε νευρικότητα και σε τριβές με τους περισσότερους γείτονες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Από εμάς η Τουρκία επιζητεί την ικανοποίηση περιστασιακών αιτημάτων, την επιβολή κόστους διά της φθοράς, αλλά και την επίτευξη αλλαγών σε ζητήματα που αφορούν το Αιγαίο ή άλλα, χωρίς όμως να είναι έτοιμη να υποστεί το κόστος που θα σήμαινε μία ανοιχτή σύγκρουση με την Ελλάδα. Διότι πάρα πολύ απλά, γνωρίζουν οι Τούρκοι ότι η Ελλάδα δεν είναι Αφρίν, που ακόμη και αυτό έκαναν, εναντίον ατάκτων στρατιωτικών μονάδων, πενήντα οκτώ μέρες για να ελέγξουν. Με δεδομένη την ισχύ της χώρας μας, ακόμη και σε αυτήν την δύσκολη οικονομική συγκυρία, γνωρίζει η γείτων πως το κόστος στην ξηρά, στην θάλασσα και στον αέρα θα είναι πολύ μεγάλο αν αναλάβει την οποιαδήποτε εναντίον μας προσπάθεια.

Και εμείς; Εμείς πρέπει να μάθουμε να ζούμε με την απρόβλεπτη γείτονα και να την αντιμετωπίσουμε με νηφάλια αποφασιστικότητα. Τι σημαίνει όμως «νηφάλια αποφασιστικότητα»;

Σημαίνει ότι, χωρίς κατευνασμό, δεν παρασυρόμαστε από δηλώσεις του οποιουδήποτε αξιωματούχου ή από προκλήσεις και, σε κάθε περίπτωση, αντιδρούμε, μόνο εφόσον κρίνουμε ότι πρέπει, αναλογικά, προοδευτικά και κλιμακωτά. Σημαίνει ότι απαντούμε στον τόπο, στον χρόνο, με τα μέσα (πολιτικά ή οικονομικά ή στρατιωτικά ή συνδυασμό) και με τον τρόπο που εμείς διαλέγουμε, μάλιστα δε, γνωρίζοντας ότι έχουμε το πλεονέκτημα και την πρωτοβουλία στις συγκεκριμένες κινήσεις, οι οποίες θα επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Σημαίνει ότι της επιβάλλουμε κόστος διαφόρων μορφών, ξεκινώντας από τα πεδία της πολιτικής, της οικονομίας και της επικοινωνίας (εικόνας), χωρίς όμως να αποκρύπτουμε και το στρατιωτικό. Σημαίνει επίσης ότι κάθε κίνηση θα πρέπει να υπακούει σε μία επιμέρους ή γενικότερη πολιτική απέναντι στην Τουρκία, την οποία θα πρέπει να εκπονήσουμε και όλοι να συμφωνήσουμε. Διότι, για να θυμηθούμε τον Κλαούζεβιτς, ο πόλεμος και γενικότερα η χρήση των στρατιωτικών μέσων δεν είναι και δεν πρέπει να είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Σημαίνει τέλος ότι δηλοποιούμε στην αντίπαλη πλευρά την ικανότητά μας και την απόφασή μας να δράσουμε, ώστε να μην υπάρχουν περιθώρια παρερμηνείας των προθέσεών μας και των ικανοτήτων μας.

Η νηφαλιότητα είναι κρίσιμη γιατί, όπως προειδοποίησε ο Θουκυδίδης, μία πολεμική σύγκρουση είναι άγνωστο το πώς θα εξελιχθεί (ἄδηλα γὰρ τὰ τῶν πολέμων, 2.11). Ο ίδιος όμως υπογράμμισε ότι και η αποφασιστικότητα είναι απαραίτητη, καθώς τον όποιο επιδρομέα αποτρέπουν εκείνοι που είτε δρουν προληπτικά είτε δεν του αφήνουν καμία αμφιβολία ότι θα αντισταθούν (6.24).

Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΑΠΕ ΜΠΕ

Κλασσικό

Εκλογές στην Τουρκία. Πέντε λόγοι, δύο στόχοι και η επόμενη μέρα

Στις 18 Απριλίου 2018 ο Έρντογαν, μέσα σε ένα πολιτικό και νομικό κλίμα εντεινόμενης ανελευθερίας και αυταρχισμού που σηματοδοτεί ένα κατ’επίφαση δημοκρατικό πολίτευμα, προκήρυξε πρόωρες προεδρικές και βουλευτικές «εκλογές» για τις 24 Ιουνίου. Οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση είναι πέντε.

Ο πρώτος είναι ότι η σύντομη προεκλογική περίοδος ευνοεί τα ήδη υπάρχοντα κόμματα, κυρίως δε το δικό του AKP, ενώ λειτουργεί αρνητικά για τα υπόλοιπα, που μάλλον αιφνιδιάστηκαν. Τούτο ισχύει, κυρίως, για εκείνα τα κόμματα που μπορεί να του κόψουν ψήφους, είτε από τα δεξιά, όπως το «Καλό Κόμμα» της Άκσενερ ή το «Κόμμα Ευτυχίας» του Καραμολάογλου, είτε από τα αριστερά, όπως το φιλοκουρδικό κόμμα, του οποίου, άλλωστε, ο φυσικός ηγέτης, ο Ντεμιρτάς, βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στη φυλακή.

Ο δεύτερος λόγος είναι για να μην συμπέσουν οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές με τις δημοτικές του 2019, στις οποίες η ψήφος είναι πιο χαλαρή. Προφανώς, μία τέτοια διάθεση, σε συνδυασμό με τις έντονες τοπικές διαφοροποιήσεις, θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις επιδόσεις του ιδίου και του κόμματός του στις άλλες δύο.

Τρίτος λόγος φυσικά είναι η επιδεινούμενη τουρκική οικονομία της οποίας το μέλλον καθίσταται αβέβαιο και η κατάστασή της επηρεάζει όλο και περισσότερο τα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας. Ακόμη και τώρα, με λιγότερες από είκοσι μέρες για τις εκλογές, τίποτε δεν αποκλείει την ραγδαία επιδείνωσή της, στοιχείο που καθιστά το Έρντογαν εξαιρετικά ευάλωτο για τους αντιπάλους του.

Τέταρτος, ότι το κυβερνών κόμμα ευνοείται σημαντικά από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία, την ίδια μέρα που αποφασίζονταν οι εκλογές, παρατάθηκε για τρεις ακόμη μήνες. Συνεπώς, οι εκλογές θα διεξαχθούν υπό το ίδιο καθεστώς ανελευθερίας, όπως το δημοψήφισμα του 2017.

Τέλος, ο Έρντογαν ευνοείται από την πρόσκαιρη ύφεση της δράσης του PKK στο εσωτερικό, την προβληθείσα στο εσωτερικό ως «νίκη» του στο Αφρίν, μετά την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στη Συρία, αλλά και την όποια ενίσχυση του ηγετικού του προφίλ, το οποίο, εκτός των καλά οργανωμένων λαϊκών συγκεντρώσεων, φρόντισε να καλλιεργήσει μέσω συναντήσεων με ηγέτες μεγάλων δυνάμεων, όπως των ΗΠΑ, Ρωσίας, Γερμανίας, Ηνωμένου Βασιλείου, κλπ.

Αν αυτοί είναι οι λόγοι για το πρόωρο των εκλογών, ποιος είναι ο στόχος του; Ο κυρίαρχος – αν όχι μοναδικός – στόχος του Έρντογαν είναι να επανεκλεγεί Πρόεδρος και, ει δυνατόν, να κερδίσει την πλειοψηφία στην τουρκική Εθνοσυνέλευση. Με βάση την κατάσταση στην χώρα και τις μετρήσεις, αν και θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί με αυτές, ο Έρντογαν μπορεί να πετύχει και του δύο στόχους, με τον πρώτο να φαίνεται πιο εφικτός από τον δεύτερο. Υπάρχει δηλαδή και το ενδεχόμενο ο Έρντογαν να επανεκλεγεί Πρόεδρος, αλλά να μην διαθέτει την πλειοψηφία των βουλευτών, γεγονός που θα λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην υλοποίηση των όποιων και πολλών μεγαλεπήβολων σχεδιασμών του.

Ωστόσο, τα πάντα παραμένουν ανοιχτά. Η έκβαση των εκλογών, παρά τους μηχανισμούς του κράτους και του κυβερνώντος κόμματος, εξαρτάται από παράγοντες εξωτερικούς, όπως τις σχέσεις του Έρντογαν με την Δύση και το αν καταφέρει να βρίσκει χρήμα στις διεθνείς αγορές κατά τις αμέσως επόμενες μέρες. Εξαρτάται επίσης και από εσωτερικούς παράγοντες, όπως την στρατηγική που θα ακολουθήσουν τα διαφορετικά κόμματα της αντιπολίτευσης και την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας τους.

Και η επόμενη μέρα; Αν τελικά ο Έρντογαν κερδίσει τα δύο εκλογικά στοιχήματα, θα συνεχίσει το νεο-οθωμανικό του όνειρο, προσπαθώντας να ισλαμοποιήσει ακόμη περισσότερο την κοινωνία, να εξαπλώσει την Τουρκία προς τα νότια, να εγείρει διεκδικήσεις στα δυτικά, να υλοποιήσει τα φαραωνικά του σχέδια για μεγάλα έργα (τεχνητή ζεύξη Μαύρης Θάλασσας-Βοσπόρου, πυρηνικά εργοστάσια), να αποκτήσει στρατηγικά όπλα και, εν τέλει, να μετατρέψει την Τουρκία σε παίκτη παγκόσμιου επιπέδου. Με λίγα λόγια, να γίνει αυτός ο πατέρας του Έθνους στη θέση του Κεμάλ ή αντίστοιχης αξίας ηγέτης με τον Μωάμεθ, όπως υποσυνείδητα παρακινούσαν τους θεατές τους να σκεφτούν τα πρόσφατα εορταστικά για την άλωση της Πόλης βίντεο.

Ασφαλώς, είτε πετύχει τους εκλογικούς του στόχους είτε όχι, το μεγάλο του πρόβλημα είναι η οικονομία, της οποίας την επιδείνωση δεν μπορεί να σταματήσει. Η οικονομία είναι η «αχίλλειος πτέρνα» του. Ό,τι και αν γίνει στις 24 Ιουνίου, όποιος και αν εκλεγεί, θα έχει το μεγάλο βάρος να αποτρέψει την επιδείνωση της οικονομίας – γεγονός που θα ανατρέψει υφιστάμενους πολιτικούς σχεδιασμούς ή μεγαλεπήβολα σχέδια.

Τι θα σημάνει κάτι τέτοιο για την εξωτερική συμπεριφορά της Τουρκίας; Σίγουρα θα οδηγήσει τους όποιους κυβερνώντες να αναζητήσουν χρήματα στην Δύση, μακριά από κράτη όπως η Ρωσία, και, ενδεχομένως, σε πιο συνεπείς με την Δύση σχέσεις. Επίσης, μία τέτοια κατάσταση μειώνει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες να επιχειρήσει η Τουρκία να εξάγει την κρίση στο εξωτερικό, όπως προς την Ελλάδα ή και την Κύπρο. Και τούτο διότι με δεδομένους τους δύο πολέμους που έχει στα νότια σύνορα και το Κουρδικό στο εσωτερικό, μία τέτοια επιλογή θα είναι ακόμη πιο δαπανηρή σε κόστος (οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό), αφού, πολύ απλά, η Ελλάδα δεν είναι ούτε Συρία, ούτε Ιράκ, ούτε Αφρίν…

Τα παραπάνω βεβαίως δεν σημαίνουν ότι η Τουρκία δεν θα συνεχίσει τις μικροεντάσεις και δεν θα στείλει το ερευνητικό της σκάφος στην ΑΟΖ της Κύπρου. Το παρόν μέγεθος και ισχύς της, καθώς και η κυρίαρχη εθνικιστική ιδεολογία που διαπερνά κυβέρνηση και αντιπολίτευση, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια από την επιλογή τού να είμαστε προετοιμασμένοι, αλλά και πάντα νηφάλια αποφασιστικοί.

Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΑΠΕ ΜΠΕ

Κλασσικό

New Paper: THE MENA REGION POWER COMPETITION AND THE CHALLENGES TO SECURITY

Abstract

The paper presents the challenges to stability arising in the MENA region and having a possible impact on Western peace and security. It identifies the regional actors’ efforts to maximize their power, Russia’s revisionist efforts, China’s ambitions, as well as the phenomena (or asymmetric threats) of migration and terrorism. The paper focuses on the competition of power and concludes that the strategic value of the region around the South Eastern Mediterranean has increased, that Western states should determine and coordinate their policies, and their institutions should increase their efforts and presence, cooperating, among others, with other pro-Western countries in the region.

Introduction 

The purpose of this paper is to discuss the short- and long-term challenges to Western security, appearing in the Middle East and North Africa (MENA) region.1 To do so I am going
to present the policies of both regional and international actors, who, as they compete for power and hegemony in the region, endanger peace and stability. In my opinion the reasons
of the current instability remain systemic, non-domestic, and in no case due to religious antagonisms. After all, in Syria, Iraq, or Libya, no-one is fighting over the issue who is the rightful successor to Prophet Mohammed, but over who is going to control, partially or
totally, these three states.

This approach, focusing on power competition, is rather a traditional one. It distances itself, however, from the two dominant and often aphoristic tendencies that are usually
adopted by some of the political literature and the press in order to understand these issues and analyse the events of this region. The first claims that the basic cause of what is happening
in the region is a competition for energy resources (hydrocarbons), provided by the simplistic approach of geography to international politics, usually supported with maps and
(often imaginary) plans for pipelines. The second approach focuses on intra- or inter-faith hate and clashes. It claims that the cause of the instability in the region is religion, appearing
both as a competition between the two dominant Muslim denominations, Sunni and Shia Islam, and as an effort of some of their factions to wage a war against the infidels of the
region and, more generally, of the West.

Obviously, in my perspective, both explanations are essentially inadequate as they focus on the partial and not the general… Download the paper.

Κλασσικό

Η επιθετικότητα της Τουρκίας και η αντιμετώπισή της

Η συμπεριφορά της Τουρκίας και ακόμη περισσότερο η παραληρηματική συμπεριφορά του Ερντογάν, με αποκορύφωμα το ερώτημα αν οι ΗΠΑ έχουν «φάει οθωμανικό χαστούκι», προκαλεί προβληματισμό και αμηχανία, ενώ για πολλούς είναι και δυσεξήγητη. Οι περισσότερες «αναλύσεις» που βλέπουν το φως της δημοσιότητας σπεύδουν να δώσουν μία ερμηνεία που συνδέεται με την συγκυρία, δηλαδή την αποτυχία των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) στην Συρία.

Ωστόσο τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, τα αίτια πολλαπλά και απαιτούν μία συνολική θεώρηση:

  1. Η αύξηση του μεγέθους της Τουρκίας και ιδιαίτερα της στρατιωτικής της ισχύος, της επιτρέπουν να διεκδικεί θέση κύρους στο διεθνές σύστημα υψηλότερο από αυτό που μέχρι αυτήν τη στιγμή της αναγνωρίζουν. Γι’ αυτό ο Ερντογάν προσπαθεί να εμφανίζεται ως ισότιμος συνομιλητής ηγετών των πλέον ισχυρών κρατών, όπως των ΗΠΑ και της Ρωσίας, και να μην διστάζει να στρέφεται ακόμη και κατά του ΝΑΤΟ ή των ΗΠΑ (απόκτηση S400, πόλεμος κατά του ISIS).
  2. Η ικανότητα προβολής ισχύος τού επιτρέπει να επιχειρεί να αποκομίσει οφέλη στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έναντι της Ελλάδας και των υπολοίπων κρατών, χωρίς ωστόσο να φθάνει στην πολεμική σύγκρουση. Τούτο δεν σημαίνει ότι η τουρκική ηγεσία δεν είναι έτοιμη να φθάσει ως εκεί, αφού η αίσθηση του κόστους για μία αυταρχική ηγεσία και για έναν λαό που τρέφεται εδώ και καιρό με τα όνειρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι διαφορετική από εκείνην σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.
  3. Τούτο οδηγεί και στο συγκυριακό αίτιο, δηλαδή την αποτυχία των επιχειρήσεων στην Συρία. Όμως, αντίθετα με αυτό που εκτιμούν πολλοί «αναλυτές» στον τόπο μας, δεν είναι τόσο οι απώλειες στρατιωτών στην Συρία, αλλά το κύρος των ΤΕΔ και της ίδιας της χώρας που επηρεάζουν την συμπεριφορά της ηγεσίας της. Η Τουρκία βρυχάται σαν το λιοντάρι, αλλά είναι ανίκανη να πετύχει τους στόχους της παράνομης εισβολής της στην Συρία, απέναντι στην μικρή στρατιωτική δύναμη των Κούρδων.
  4. Ο Ερντογάν έχει εκλογές το αργότερο το 2019. Και ναι μεν έχει εξουδετερώσει μέσω διώξεων σχεδόν όλους τους αντιπάλους του, ωστόσο μία εκλογική αναμέτρηση δεν παύει να κρύβει εκπλήξεις. Με εργαλείο την αντιπαράθεσή του με την Ελλάδα, την Κύπρο, την ΕΕ και τις ΗΠΑ, επιχειρεί την συσπείρωση των πολιτών, η οποία μπορεί να του είναι χρήσιμη την οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη και αν γίνουν εκλογές νωρίτερα.
  5. Σε κάθε περίπτωση, η συσπείρωση του είναι χρήσιμη και για άλλους λόγους. Πρώτον διότι η Τουρκική οικονομία, που πάσχει από ρευστότητα, μπορεί να επιδεινωθεί. Δεύτερον, διότι οι σχέσεις με την ΕΕ θα επιδεινωθούν και αυτές. Και τρίτο, σημαντικότερο, ότι από την άνοιξη και μετά αναμένεται η δραστηριοποίηση του ΡΚΚ στο εσωτερικό της Τουρκίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
  6. Τέλος, ο Ερντογάν έχει μπει σε μία λογική τριβών με τη Δύση και φθοράς της Ελλάδας ειδικότερα, καθώς σε κάποια ζητήματα, όπως αυτό των πολιτικών προσφύγων, κανένα Δυτικό κράτος δεν ικανοποίησε τα αιτήματα για παράδοσή τους. Ειδικά για την Ελλάδα γνωρίζει ότι η φθορά λόγω αμυντικών δαπανών και η αστάθεια στο Αιγαίο, μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στην συνολικότερη αντιμετώπιση των οικονομικών ζητημάτων της χώρας και στην έξοδό της από τα μνημόνια.

Τι κάνουμε λοιπόν απέναντι στην επιθετικότητα της Τουρκίας; Το σημαντικότερο είναι ότι δεν πρέπει να πέσουμε στις παγίδες που μας στήνουν οι γείτονες. Παραμένουμε αποφασισμένοι και αποφασιστικοί, εφόσον χρειασθεί, ταυτοχρόνως δε και υπομονετικοί, αφού οι εξελίξεις για την Τουρκία θα προκύψουν από τα Νοτιοανατολικά. Κυρίως όμως διατηρούμε την νηφαλιότητα και την ψυχραιμία μας.

Ωστόσο, νηφαλιότητα και ψυχραιμία δεν σημαίνουν ούτε συνεπάγονται αδράνεια. Σημαίνουν αφενός προετοιμασία για κάθε ενδεχόμενο, αφετέρου δραστηριοποίηση σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, σε όλα τα πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά fora, ώστε η γειτονική χώρα, στο βαθμό που συνεχίζει αυτήν την τακτική, να υφίσταται το κόστος της συμπεριφοράς της. Μέχρι να το καταλάβει…

Κλασσικό

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη δίνη του Ψυχρού Πολέμου: η εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα (1948): Πρόλογος στο βιβλίο του Παύλου Σεραφείμ

Η ανά χείρας μελέτη επικεντρώνεται στην διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο Αθηναγόρας Σπύρου εξελέγη το 1948 Οικουμενικός Πατριάρχης. Τα όσα αποκαλύπτονται στο βιβλίο δικαιολογούν απόλυτα τον τίτλο «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη δίνη του Ψυχρού Πολέμου» και αναδεικνύουν τη μοναδικότητα, αλλά και τη σπουδαιότητα της συγκεκριμένης εκλογής. Πρώτα απ’ όλα, όπως αποδεικνύεται από την μελέτη, η οποία βασίστηκε σε ανέκδοτο αρχειακό υλικό των διπλωματικών και εκκλησιαστικών αρχείων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, η συγκεκριμένη εκλογή υπήρξε αποτέλεσμα έξωθεν παρεμβάσεων από την πλευρά της Δύσης και δη των ΗΠΑ.

Είναι για πρώτη φορά που οι ΗΠΑ, τότε, όχι μόνο ασχολήθηκαν σε ανώτατο επίπεδο με τα τεκταινόμενα στον χώρο της Ορθοδοξίας, αλλά επενέβησαν καθοριστικά προκειμένου να εξασφαλίσουν τον φιλοδυτικό προσανατολισμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επρόκειτο για μία εξέλιξη απόλυτα σύμφωνη με τα δόγματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κατά την πρώτη φάση του Ψυχρού Πολέμου. Στο πλαίσιο της πολιτικής της «Ανάσχεσης» («Containment»), η εκκλησία αποτέλεσε και αυτή πεδίο σύγκρουσης της Δύσης με τον ιδεολογικό της αντίπαλο, την ΕΣΣΔ. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο βρισκόταν σε μια γεωγραφική περιοχή που είχε τεράστια στρατηγική σημασία. Όποια δύναμη την διαφέντευε ήλεγχε τα Στενά και τους δρόμους για όλη την Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Παράλληλα, οι δύο από τις τρεις χώρες στις οποίες το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε φυσική και πνευματική παρουσία (Ελλάδα και Τουρκία) αποτελούσαν (μαζί με την Συρία και το Ιράν) τις χώρες του λεγόμενου «Βόρειου Διαζώματος» («Northern Tier») Μέσης Ανατολής, οι οποίες σύμφωνα με την ψυχροπολεμική λογική της εποχής εκείνης θα χρησίμευαν ως το ανάχωμα για την αποτροπή της επέκτασης των Σοβιετικών στις θερμές θάλασσες, στην διώρυγα του Σουέζ και στα πετρέλαια της περιοχής. Συνεπώς, οι χώρες αυτές δεν θα έπρεπε να χαθούν για την Δύση.

Το ενδιαφέρον στοιχείο, όπως αποτυπώνεται στα διπλωματικά έγγραφα που παρατίθενται, είναι ότι για την Δύση του Ψυχρού Πολέμου τυχόν απώλεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέσω της παρουσίας ενός φιλικού προς την Μόσχα Πατριάρχη θα λειτουργούσε ως Δούρειος Ίππος για την απώλεια ολόκληρης της περιοχής. Κάτι το οποίο η Δύση, δηλαδή οι ΗΠΑ, δεν ήταν διατεθειμένη να ανεχθεί.Στο πλαίσιο αυτό δεν δίστασαν οι ΗΠΑ να πιέσουν μέσω των συμμάχων τους στην περιοχή, δηλαδή των φιλοδυτικών κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας, για την απομάκρυνση του μέχρι τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Μαξίμου Ε΄, που δεν θεωρούνταν αρκετά φιλοδυτικός. Στην θέση του προώθησαν την ανάρρηση στον Οικουμενικό Θρόνο τού μέχρι τότε Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής Αθηναγόρα, ο οποίος παρείχε όλα τα εχέγγυα. Ήταν ιδεολογικά φιλελεύθερος, άνθρωπος εμπιστοσύνης των ηγετικών προσώπων της αμερικανικής πολιτικής και είχε, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, την ικανότητα να αντιληφθεί την νέα πολιτική πραγματικότητα, συνάμα δε την ικανότητα να ελιχθεί πολιτικά στο νέο περιβάλλον.

Για το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο η εκλογή του Αθηναγόρα ήταν ιδιαίτερης σπουδαιότητας. Καταρχάς αναδείχτηκε Πατριάρχης μία ισχυρή προσωπικότητα, που παρουσίασε έργο όπου και εάν διακόνησε. Κατά το διάστημα της αρχιεπισκοπίας του στην Αμερική εργάστηκε με ζήλο για την οργάνωση της εκεί ορθόδοξης εκκλησίας, παρέχοντάς της θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία της, αλλά και, κυρίως, τοποθετώντας την εκκλησία στο επίκεντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των ΗΠΑ. Ανέπτυξε προσωπικές φιλικές σχέσεις με σημαίνοντα πρόσωπα της αμερικανικής κοινωνίας και κατάφερε οι θέσεις και οι απόψεις της ελληνικής ομογένειας να φτάνουν στα υψηλότερα κλιμάκια της αμερικανικής κυβέρνησης. Χαρακτηριστικό των σχέσεων αυτών είναι η σχέση εμπιστοσύνης που είχε με τον αμερικανό Πρόεδρο Χάρυ Τρούμαν.

Αλλά και ως Πατριάρχης ο Αθηναγόρας άφησε την προσωπική του σφραγίδα. Ακολούθησε μια εξωστρεφή πολιτική διοργανώνοντας διορθόδοξες και διαχριστιανικές συναντήσεις, ενώ δεν δίστασε να συναντηθεί και με τον Πάπα Παύλο ΣΤ’. Για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και γενικότερα τον συνδεόμενο με αυτό ορθόδοξο κόσμο, οι κινήσεις του Αθηναγόρα είχαν τεράστια σημασία. Μετέφεραν το Οικουμενικό Πατριαρχείο από το τοπικό επίπεδο στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων.
Όμως η εκλογή του αυτή καθαυτή, το 1948, είχε και κάποιες διαστάσεις, πρωτόγνωρες μέχρι τότε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Χαρακτηριστικότερες όλων είναι οι παρεμβάσεις εξωφαναριώτικων παραγόντων στη διαδικασία της εκλογής και η κατά συνέπεια μεταφορά του κέντρου των περί το Πατριαρχείο αποφάσεων εκτός Φαναρίου. Την αλλαγή αυτήν πολλοί από τους ιεράρχες του Φαναρίου δεν την αποδέχτηκαν και προσπάθησαν να αντιδράσουν. Οι συγκεκριμένες αντιδράσεις αποτυπώνονται ευκρινώς στις σελίδες του βιβλίου. Εξίσου όμως ευκρινώς και πέρα από κάθε αμφιβολία αποτυπώνεται και η συντριβή αυτών των αντιδράσεων.

Το ανά χείρας βιβλίο αποτελεί μία σύνθετη μελέτη. Αν και εξετάζει ένα γεγονός που άπτεται της εκκλησιαστικής ιστορίας υπερβαίνει το πεδίο αυτό και επεκτείνεται διεπιστημονικά στα πεδία της σύγχρονης Διπλωματικής και Πολιτικής Ιστορίας, καθώς και σε αυτό των Διεθνών Σχέσεων. Το κυριότερο όμως στοιχείο, πέρα από το προφανές και από μόνο του σπουδαίο γεγονός ότι για πρώτη φορά έρχονται στο φως της επιστημονικής έρευνας ζητήματα μέχρι τώρα παντελώς άγνωστα, είναι η συνεισφορά του βιβλίου στην θεώρηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων και γενικότερα των σχέσεων θρησκείας και της διεθνούς πολιτικής του 20ού αιώνα. Οι εκκλησιαστικές εξελίξεις φωτίζονται από διαφορετικές πλευρές, εξετάζονται υπό νέο πρίσμα, ανάγονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο και ερμηνεύονται συνολικά.

Ο σύνθετος αυτός τρόπος θεώρησης είναι δύσκολο να επιτευχθεί από έναν ερευνητή που εστιάζει αποκλειστικά στην Εκκλησιαστική Ιστορία, αλλά προϋποθέτει ιστορικές σπουδές, αίσθηση της διεθνούς πολιτικής, και, κυρίως, εξοικείωση του ερευνητή με την έρευνα και εντρύφηση σε αρχειακό υλικό. Ο συγγραφέας του βιβλίου διαθέτει την εμπειρία και τα επιστημονικά εφόδια, καθώς είναι απόφοιτος τόσο της Ιστορίας όσο και της Θεολογίας, με μεταπτυχιακές σπουδές στην νεότερη και σύγχρονη Ιστορία. Το εν λόγω θεωρητικό υπόβαθρο αναδεικνύεται στον τρόπο έρευνας και συγγραφής της μελέτης του. Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο αυτό συνιστά μία μελέτη-ορόσημο για την ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και, ταυτόχρονα, υποδεικνύει έναν νέο τρόπο προσέγγισης και της εκκλησιαστικής ιστορίας: καθίσταται πλέον φανερό ότι τα γεγονότα πρέπει να εξετάζονται ολιστικά και να προσεγγίζονται διεπιστημονικά.

Τέλος, το βιβλίο έρχεται σε μία ενδιαφέρουσα και ίσως κρίσιμη (ακόμη μία φορά) για το Πατριαρχείο περίοδο, κατά την οποία η ομόδοξη μεγάλη δύναμη της περιοχής – συνεπής προς την αναθεωρητική της πολιτική με βάση τα αυτοκρατορικά και πανσλαβικά συμφέροντά της – συνεχίζει να το υποσκάπτει. Βέβαια το Οικουμενικό Πατριαρχείο γνωρίζει την πολιτική για πάνω από 17 αιώνες – χρόνο πολύ μεγαλύτερο από κάθε σύγχρονη μεγάλη δύναμη. Ωστόσο, θα είναι χρήσιμο οι πολίτες, οι μελετητές, αλλά και οι εφαρμοστές της διεθνούς πολιτικής στην Ελλάδα και, ευρύτερα, στην Δύση, να ξαναβάλουν στις αναλύσεις τους την πνευματική, αλλά και την πολιτική σημασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Προς αυτήν την κατεύθυνση δείχνει η εξαιρετική, πλήρης και ερευνητικά πρωτογενής μελέτη του Παύλου Σεραφείμ – κατεύθυνση της οποίας τα αποτελέσματα μόνο ωφέλιμα θα είναι!

Θεσσαλονίκη, 10 Ιουνίου 2017

Κλασσικό