The US, China and the Real Thucydides’ Trap

During the last decade there has been a lot of discussion among international relations experts and foreign policy analysts on whether the rise of China as a major international player could lead to a confrontation with the United States. Most recently, with China’s activities in the South China Sea, the Korean peninsula crisis, and the new U.S. administration, this discussion was reanimated. The debate was also fueled by Graham Allison and his question, that is, whether the U.S. and China may avoid what he called the “Thucydides’ trap”, and not go to war. Further, it was reported that Allison briefed President Donald Trump’s National Security Council on what Thucydides and his work could teach them about U.S.-China relations. The same author says that war between the two is not inevitable. The answer is correct, not just because a person of his academic authority says so, but simply because the content of the so-called “trap”, attributed to Thucydides, is not right. The real trap, the one Thucydides warns for more than 2.400 years now, is different than that described by Allison.

The phenomenon of international politics students turning to ancient thinkers, such as Thucydides, in order to find answers in strategic matters, is not new. What authors often do is pick a phrase from Thucydides, separate it from the rest of the text, and build an argument, which projects rather their ideas than those of the classical author. This is precisely the case with the so-called “Thucydides’ trap”. Obviously, the work of Thucydides belongs to everyone; and everybody may use it and build upon it. Yet, a few things need to be respected, if the “trap” to go to war is linked with the name of Thucydides, and, most important, if it is linked with the possibility of a war between two major and, in this case, nuclear actors.

At first, one needs to bear in mind that ancient Greek thinking is multi-causal and not uni-causal, as the thinking of Western modernity. Therefore, maintaining initially that just the fear of a competitor’s growing power could lead to war, may be seen as cherry picking; and, afterwards, saying that “Thucydides does not really mean inevitable” may appear as inconsistency. Read more…


The Fallacies of the Cyprus “Problem”

In the early morning of July 7, 2017, another round of negotiations under the auspices of the United Nations on the so called Cyprus “problem” has ended in Switzerland. Some are trying to understand why. Others, however, have ostensibly entered the “blame game” and/or misinformation, unjustly pointing the finger to the government of the Republic of Cyprus, because, allegedly, it did not make the necessary concessions, so as to satisfy Turkish demands. For those who are trying to understand why, I am arguing, hereinafter, that none should have expected these negotiations (or any previous) to succeed. They were doomed to fail for three reasons, which constitute the fallacies of the so-called Cyprus “problem”.

Fallacy One

The first fallacy is that international actors, international organizations, diplomats, and analysts are trying to understand first and deal then with a “problem”, and not with a case of pure and brutal military invasion perpetrated by Turkey in 1974 and still preserved illegally until today.[1] This is where all starts and all ends: in the thought dominating (our) minds that we are to deal with a “problem” and not with a flagrant violation of almost all fundamental principals of the United Nations Charter and a series of non implemented compulsory decisions of the Security Council.

In fact, Turkey still maintains some 40.000 heavily armed troops on the island, presenting since 1974 an every day threat for the very existence of what is left territorially of the Republic of Cyprus, making us wonder how the Republic of Cyprus’ citizens – EU citizens since 2004 – and its economy may endure such a situation. Turkey, as demonstrated in the negotiations, has not the intention to withdraw its occupation forces from the island (BBC 2017). Most important, even if those troops were to be reduced, Turkey was adamantly against abandoning the status of the guarantor power, contrary to the intention of the other two guarantors (the U.K. and Greece).

Why? The official narrative says in order to guarantee the rights and the security of the Turkish Cypriots (TRTWORLD 2017). Obviously, this is neither the real nor a convincing reason, as Turkey, given its record of human rights, cannot guarantee the rule of law, especially in an EU country. The real motive is the expansionist policy of Turkey, and its tactic to exercise through Cyprus pressure on the Republic, on Greece, on the EU, and more broadly, on the West.

Fallacy Two

It is clear that Turkey does not want to contribute to “solving” the problem. And this is the second fallacy committed by those who consider Turkey well-intentioned to solve the Cyprus “problem” under the rule of the AKP Party and of Erdogan, and given Turkey’s current and favorable general and regional distribution of power. Read more…


Ομιλία στην τελετή μνήμης για το Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη 2 Σεπτεμβρίου 2017, 73η επέτειος


Είναι μεγάλο το βάρος της ευθύνης που τιμήθηκα να αναλάβω και να εκφωνήσω τον σημερινό επιμνημόσυνο λόγο, μία συνήθεια χιλιετιών. Ταπεινά ζητώντας τη βοήθεια του πλέον γνωστού παγκοσμίως λόγου του είδους, του Επιταφίου, με αρωγό τον Θουκυδίδη, υπενθυμίζω την αιτία, την ratio, και τις δυσκολίες της σημερινής μου προσπάθειας:

 «δύσκολο είναι να μιλήσει κανείς με το προσήκον μέτρο για γεγονότα που ακόμη και η αλήθεια δύσκολα γίνεται πιστευτή. …. Επειδή, όμως, οι πρόγονοί μας έκριναν πως έτσι πρέπει, οφείλω και εγώ, …, να δοκιμάσω να ανταποκριθώ όσο το δυνατόν περισσότερο…» (Β’.35).

Ο λόγος λοιπόν για αλήθειες!

Η πρώτη αλήθεια είναι η αναίτια και βάρβαρη σφαγή 149 κατοίκων που συντελέσθηκε εδώ, σαν σήμερα, 2 Σεπτεμβρίου 1944. Η πρόφαση… να επιβάλουν αντίποινα για την πρωινή επίθεση ανταρτών σε δύο γερμανικά αυτοκίνητα. Ουσιαστικά διότι η βαρβαρότητά τους είχε φθάσει σε σουρεαλιστικά επίπεδα, και αυτό που ονόμαζαν σχέδιο αντιμετώπισης ανταρτών, ώστε να υπάρξουν οι προϋποθέσεις ασφαλούς αποχώρησής τους, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η ικανοποίηση της δίψας για αίμα και για εκδίκηση εκ μέρους των ηττώμενων κατακτητών.

Περί το μεσημέρι έφθασαν στο χωριό είκοσι φορτηγά με Γερμανούς στρατιώτες και… «άλλους»… του Αποσπάσματος Καταδίωξης Ανταρτών υπό τον Φριτς Σούμπερτ. Συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού όσους κατοίκους βρήκαν και άρχισαν να λεηλατούν και να πυρπολούν τα σπίτια. Μετά τους οδήγησαν στο σπίτι του Ευάγγελου Νταμπούδη και τους έκαψαν ζωντανούς.

Εκείνους που βρίσκονταν μπροστά στο καφενείο της πλατείας τούς μετέφεραν στο φούρνο του Στέφανου Γκουραμάνη. Στην πορεία προς το φούρνο, η βαρβαρότητα έγινε παράνοια, καθώς ένας Γερμανός έπαιζε στο βιολί του χαρούμενο σκοπό. Αφού τους έκλεισαν στον φούρνο, ελλείψει αερίου στην Ελλάδα, οι Γερμανοί έστησαν ένα πολυβόλο και άρχισαν να τους πυροβολούν από ένα παραθυράκι της πόρτας. Κατόπιν έβαλαν φωτιά για να κάψουν ζωντανούς, όσους δεν είχαν σκοτωθεί από το πολυβόλο. Όσους προσπάθησαν να διαφύγουν από το κτίριο που καιγόταν μαχαιρώθηκαν από τα ανθρωποειδή που περίμεναν έξω.

Εκτός από αυτούς τους κατοίκους, άλλοι δολοφονήθηκαν μπροστά στα σπίτια τους και έντεκα εκτελέστηκαν έξω από το χωριό, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν. Επίσης γυναίκες κάτοικοι του Χορτιάτη έπεσαν θύματα βιασμού πριν δολοφονηθούν από τα ανθρωποειδή του Σούμπερτ.

Συνολικά σκοτώθηκαν εκείνη την μέρα 149 κάτοικοι του Χορτιάτη και κάηκαν περίπου 300 σπίτια. Μεταξύ των εκτελεσθέντων, οι 109 ήταν γυναίκες και κορίτσια, ενώ οι 51 ήταν ανήλικοι, και μάλιστα οι 36 κάτω των 10 ετών.

Η δεύτερη ακαταμάχητη αλήθεια είναι ότι οι σφαγές και οι καταστροφές από τους Ναζί στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα έντονες, μεγάλες και συχνές. Συνολικά, 269 πόλεις και χωριά δέχθηκαν μαζικά δολοφονικά χτυπήματα στη διάρκεια της τριπλής κατοχής.

Ήδη στην αρχή της κατοχής, στις 2 Ιουνίου 1941, στο Κοντομαρί της Κρήτης εκτέλεσαν 60 άνδρες, στις 18 Οκτωβρίου 1941 λεηλάτησαν και έκαψαν τα Άνω και Κάτω Κερδύλια Νιγρίτας και, αφού έβαλαν τους άνδρες να σκάψουν ομαδικό τάφο, στη συνέχεια εκτέλεσαν 222. Στο Μεσόβουνο Κοζάνης, στις 23 Οκτωβρίου 1941, η Βέρμαχτ συγκέντρωσε τους άνδρες ηλικίας 16-69 χρόνων και εκτέλεσε 142. Στις 25 Οκτωβρίου 1941 τα χωριά Κλειστό, Κυδωνιά και Αμπελόφυτο του Κιλκίς πυρπολήθηκαν και εκτελέσθηκαν 96.

Όμως αυτή ήταν μόνο η αρχή. Τα ναζιστικά ανθρωποειδή, πέρα από την εξολόθρευση των Εβραίων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, εντατικοποιούν, από τα μέσα του 1943 και μετά, τόσο τις σφαγές του άμαχου πληθυσμού και των αντιστασιακών όσο και τις καταστροφές των περιουσιών των Ελλήνων.

Ο κατάλογος είναι ιδιαίτερα μεγάλος και βαρύς. Όμως θυμηθείτε. Βρισκόμαστε σε τελετή μνήμης. Και δεν έχω σκοπό να ομορφύνω ή να απαλύνω την αλήθεια και την φρίκη.

«Τα θεμέλιά μου στα βουνά», λέει ο Ελύτης,
«και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω».

Μνήμη του λαού μου σε λένε Χορτιάτη! Σε λένε όμως και πολλά άλλα μέρη που τα έκαψαν και πολλούς πατριώτες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, που εκτέλεσαν. Ακούστε τον μακρύ κατάλογο* του 1943:

Δομένικο Λάρισας 150, Κούρνοβο Φθιώτιδας 106, Μουσιωτίτσα Ιωαννίνων 153, Κομμένο Άρτας 317, Βιάννο Λασηθίου πάνω από 500, Παραμυθιά Θεσπρωτίας 49, Μονοδένδρι Λακωνίας 100 και το 1944 άλλοι 45, χωριά περιοχής Καλαβρύτων 148 και Καλάβρυτα σχεδόν 500.

Ο μακρύς κατάλογος της φρίκης συνεχίζεται και το 1944:

Καλαμάτα 534, Κλεισούρα Καστοριάς 273, Πύργοι Εορδαίας 368, Σκοπευτήριο Καισαριανής 200, Δίστομο 228, Κοκκινιά 425, λίγο πριν τον Χορτιάτη στο Αμάρι Κρήτης 164, λίγο μετά Γιαννιτσά 112, και, τέλος, Κορωπί, στις 9 Οκτωβρίου 1944, 47.

Η τρίτη αλήθεια είναι ότι παρά τις καταστροφές και τον απερίγραπτο πόνο που προκάλεσαν σε ολόκληρη την Ευρώπη, το αυγό του φιδιού εκκολάφθηκε πάλι και η απειλή εμφανίσθηκε ξανά. Οι οπαδοί των Ναζί είναι παρόντες στην Ελλάδα – δυστυχώς και μέσα στο Κοινοβούλιο. Και εδώ βρίσκεται η χρησιμότητα των τελετών σαν τη σημερινή. Να υπενθυμίζουν συστηματικά και ακατάπαυστα το τι έκανε ο Ναζισμός στην Ευρώπη και στον τόπο μας. Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη των πολιτών που δεν είναι ποτέ άμοιροι των επιλογών τους, αφού στην Δημοκρατία δεν υπάρχουν συλλογικές ευθύνες. Βρίσκεται τέλος και η υπευθυνότητα των πολιτικών σχημάτων που δεν επιτρέπεται να παίζουν παιχνίδια με ή απέναντί τους. Η Γαλλία παραλίγο να πληρώσει ακριβά τα παιχνίδια του είδους της τελευταίας τριακονταετίας.

Τέλος, τέταρτη αλήθεια, το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων, των οποίων το ύψος είναι τεράστιο. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους τις υπολογίζει σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και η Ελλάδα, όπως επανειλημμένα έχει δηλώσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θα τις διεκδικήσει. Χρειάζεται πολλή δουλειά και, φυσικά, πρέπει το θέμα να παύσει να είναι αντικείμενο ευκαιριακής πολιτικής διαμάχης.

Την ακατάπαυστη διεκδίκηση, αλλά και την σοβαρότητα πάνω στο θέμα, τις οφείλουμε σε όλους αυτούς που ήρθαμε σήμερα να τιμήσουμε. Οι αποζημιώσεις δεν αφορούν την βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των συγγενών αυτών που χάθηκαν. Δεν αφορά καν το ελληνικό χρέος. Θα ήταν ντροπή να επιχειρηθεί ο συμψηφισμός τους με το χρέος. Αφορά το αίσθημα δικαιοσύνης που έχει τρωθεί από τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν σε αυτόν εδώ τον τόπο και δεν παραγράφονται.

Πρόσφατα, ένας ακόμη ανιστόρητος διερωτήθηκε ανεύθυνα και με ατυχή μεταφορά το πόσα δισεκατομμύρια κοστίζει τελικά για τους Γερμανούς η Αντιγόνη του Σοφοκλή. Αυτό δεν είναι το πραγματικό ερώτημα.

Το πραγματικό ερώτημα, σε αυτόν τον τόπο μαρτυρίου, είναι το πόσες ανθρώπινες ζωές χρειάσθηκαν για να ικανοποιήσουν τα ανθρωποειδή του Ναζισμού την δολοφονική τους δίψα. Με πόσους άνδρες, γυναίκες, παιδιά έπρεπε να πληρώσει η Ελλάδα την ελευθερία της; Πόσες Αντιγόνες έπρεπε τελικά να θυσιασθούν; Και πόσο κοστίζει η ζωή της κάθε Αντιγόνης, Ιφιγένειας, Ευρυδίκης, Μαρίας, Ελένης, Στυλιανής, Άννας και όλων των άλλων από αυτόν τον μακρύ κατάλογο των εκτελεσθέντων;

Ας είναι αιώνια η μνήμη τους! Και ας είναι διαρκής ο σεβασμός μας και η αρετή μας!

* Ο κατάλογος αυτός είναι ασφαλώς ενδεικτικός.


10+10 σημεία που πρέπει να γνωρίζουμε για τη Γαλλία και την Εξωτερική Πολιτική του Μακρόν

Ο Πρόεδρος της Ε’ Γαλλικής Δημοκρατίας, με βάση τις εξουσίες που του παραχωρεί το Σύνταγμα, είναι, όπως οι Γάλλοι συχνά αναφέρουν, ένας «εκλεγμένος μονάρχης». Τούτο είναι ιδιαίτερα φανερό στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας. Ο Εμμανουέλ Μακρόν, με βάση τις προεκλογικές του εξαγγελίες και, κυρίως, τις δηλώσεις του μετά την εκλογή του φαίνεται πώς είναι αποφασισμένος να αναλάβει αυτόν τον ρόλο, με έναν τρόπο που θυμίζει ταυτόχρονα τον Φρανσουά Μιτεράν, αλλά και τον στρατηγό Ντε Γκολ. Ο τρόπος που θα λειτουργήσει σε αυτούς τους τομείς είναι κρίσιμος με δεδομένο τον ρόλο της Γαλλίας στον κόσμο. Θυμίζω ότι η Γαλλία:

1. Είναι μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας.

2. Είναι η τρίτη σε αριθμό πυρηνικών κεφαλών χώρα στον κόσμο.

3. Ανταγωνίζεται με την Ρωσία για την δεύτερη θέση στην ικανότητα προβολής στρατιωτικής ισχύος στον κόσμο.

4. Ανταγωνίζεται με την Ρωσία για την δεύτερη θέση στο διάστημα.

5. Είναι ο δεύτερος εξαγωγέας όπλων παγκοσμίως και διαθέτει ορισμένες παγκοσμίως γνωστές εταιρείες στην ενέργεια, στην βαριά βιομηχανία και στην τεχνολογία.

6. Είναι επικεφαλής του Οργανισμού κρατών της Γαλλοφωνίας, στον οποίο συμμετέχουν κράτη από την Αφρική (κυρίως) και την Ασία, με πληθυσμό πάνω από 500 εκατομμύρια.

7. Διαθέτει εδάφη (των οποίων οι κάτοικοι συμμετείχαν στην προεδρική εκλογή) στην Νότιο Αμερική (Γουϊάνα), στην Καραϊβική (Γουαδελούπη, Μαρτινίκα) στον Ινδικό (Ρεουνιόν), στον Ειρηνικό (Νέα Καληδονία), ακόμη και κοντά στην Ανταρκτική (νησιά Κέργκελεν).

8. Διαθέτει σημαντικές δυνάμεις στην υποσαχάρια Αφρική και μία πολύ σημαντική βάση για τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» στην Αφρική (Τζιμπουτί).

9. Όπως είναι γνωστό, μαζί με την Γερμανία, αποτελούν την κινητήρια δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ιδιαίτερο ρόλο στον πολιτικοστρατιωτικό τομέα.

10. Διαθέτει για πολύ γνωστούς ιστορικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς λόγους παγκόσμιο κύρος.

Σε όλους αυτούς τους τομείς ο Μακρόν θα ακολουθήσει την γνωστή ή παραδοσιακή πολιτική της Γαλλίας. Ο ίδιος ήδη αναφέρθηκε, στον πρώτο μετά την νίκη του λόγο, στην σημασία της ισορροπίας ισχύος στην διεθνή σκηνή. Ειδικότερα, αναμένεται:

1. να συμβάλλει στην περαιτέρω εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα στον πολιτικό και αμυντικό τομέα,

2. να συνεχίσει την πολιτική του προκατόχου του και της ΕΕ στο θέμα της Ουκρανίας και έναντι της Ρωσίας,

3. να διατηρήσει την πολιτική της Γαλλίας στο ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν,

4. να στηρίξει τις ΗΠΑ στο ζήτημα της Βορείου Κορέας,

5. να συνεχίσει τον πόλεμο (στο εσωτερικό και διεθνώς) κατά της τρομοκρατίας, ειδικά στην Συρία και την Αφρική, όπου η Γαλλία έχει συμφέροντα,

6. να παραμείνει στον ίδιο νατοϊκό προσανατολισμό των τελευταίων προκατόχων του,

7. να προωθήσει την πολυμερή προσέγγιση των διεθνών ζητημάτων, ιδιαίτερα ως προς το διεθνές εμπόριο,

8. να στηρίξει την διεθνή συμφωνία που έγινε στο Παρίσι για το περιβάλλον,

9. να συνεχίσει να παρέχει διεθνή αναπτυξιακή βοήθεια, και

10. να είναι, στο μέτρο των συμφερόντων της Γαλλίας, υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ελευθεριών και της δημοκρατίας ανά τον κόσμο.

Ως προς την Ελλάδα, με βάση την εμπειρία του 2015, όταν ως Υπουργός Οικονομικών, ενεπλάκη στην συμφωνία της χώρας μας με την ΕΕ, αναμένεται να τείνει ευήκοον ους στις προσπάθειες της χώρας μας. Αναμένεται επίσης να τηρήσει την ίδια στάση έναντι της Κύπρου και των ενεργειακών της συμφερόντων, στα οποία έχει από καιρό επενδύσει η TOTAL Τέλος οι σχέσεις με την Τουρκία θα είναι μάλλον δύσκολες – τουλάχιστον στην αρχή. Και τούτο όχι μόνο εξ αιτίας των θέσεών του περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και λειτουργίας της δημοκρατίας στην γειτονική μας χώρα, αλλά και διότι μετά τον πρώτο γύρο των εκλογών κατέθεσε στεφάνι στο μνημείο της Αρμενικής Γενοκτονίας στη Γαλλία.

Αυτά ισχύουν με βάση όσα γνωρίζουμε τώρα. Σε κάθε περίπτωση, αυτήν την στιγμή. ισχύει απολύτως το «αρχή άνδρα δείκνυσι»!


Η κρίση στα Σκόπια και η Ελλάδα

Τον τελευταίο καιρό, ένα κομμάτι της ελληνικής κοινής γνώμης – εκείνο που δεν ασχολείται μόνο με τα ζητήματα των διαπραγματεύσεων με την Τρόικα – είναι στραμμένο ανατολικά: στην ενίσχυση του αυταρχισμού στην Τουρκία, στην προκλητική στάση του Σουλτάνου έναντι της Ελλάδας και άλλων κρατών της Δύσης στο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου, στις διαπραγματεύσεις για το «Κυπριακό», καθώς και στα γεγονότα της Συρίας. Ωστόσο, σημαντικά πράγματα συμβαίνουν και στα βόρεια σύνορά μας, ιδιαίτερα στα Σκόπια.

Στη γειτονική χώρα, για αρκετούς μήνες τώρα, δεν υπάρχει κυβέρνηση, παρά το ότι υπάρχει συνεννόηση μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος και αλβανικών κομμάτων, που θα οδηγούσε οποιονδήποτε καλόπιστο ρυθμιστή του πολιτεύματος να αντιληφθεί ότι υπάρχει η δεδηλωμένη και να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ωστόσο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Γκιόργκι Ιβάνοφ, που εκλέχθηκε από το κόμμα του Νίκολα Γρούεφσκι, δεν δίνει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στους αντιπάλους του πρώην Πρωθυπουργού, επικαλούμενος ρόλο της Αλβανίας στην προσέγγιση μεταξύ Σοσιαλιστών και αλβανικών κομμάτων. Ουσιαστικά ο «ρυθμιστής» του πολιτεύματος έρχεται, σχεδόν ανοιχτά, να κατηγορήσει μία πολύ μεγάλη μερίδα του πολιτικού προσωπικού της χώρας του για «προδοσία» και για εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων, που θα οδηγήσει στην διάσπαση της χώρας. Πέρα από την άρνηση του Προέδρου να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ζόραν Ζάεφ, ένα άλλο μέσο κωλυσιεργίας που χρησιμοποιεί η πλευρά Γκρούεφσκι είναι το να μην επιτρέπει με τους βουλευτές της να συγκροτηθεί σε σώμα η Βουλή. Επιπλέον, πολύ συχνά, υπάρχουν συγκεντρώσεις – που προβάλλουν τα φιλικά προς τον Γκρούεφκσι ΜΜΕ – από πολίτες που αυθόρμητα διαδηλώνουν υπέρ της ενότητας της χώρας.

Το θέμα έχει πάρει διεθνείς διαστάσεις. Πολλά ευρωπαϊκά κράτη έχουν καλέσει τους πολιτικούς των Σκοπίων να βρουν λύση με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών, ενώ πολλοί αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επισκεφθεί τα Σκόπια, με τελευταίο τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ. Οι προσπάθειες αυτές έχουν πέσει στο κενό, καθώς ο Γκρούεφσκι και οι υποστηρικτές του δεν υποχωρούν. Ζητούν νέες εκλογές, ελπίζοντας ότι σε μία νέα αναμέτρηση θα κερδίσει μεγαλύτερα ποσοστά μεταξύ του σλαβικού πληθυσμού της χώρας, που εν τω μεταξύ έχει προσπαθήσει να πολώσει.

Όμως εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα, στην πόλωση. Ο Γκρούεφσκι και οι οπαδοί του ξεχνούν ότι η χώρα τους, το 2001, έφθασε στο χείλος του εμφυλίου πολέμου και χρειάσθηκαν πολλές προσπάθειες από τον διεθνή παράγοντα, ώστε να αποτραπεί η σύγκρουση. Προϋπόθεση και βασικός όρος στην Συμφωνία της Αχρίδας ήταν τότε η ισονομία και η ισοπολιτεία μεταξύ Σλάβων και Αλβανών, πράγμα που, όπως φαίνεται, δεν εφαρμόσθηκε από τον Γκρούεφσκι και οδήγησε στην συμμαχία των δεύτερων με τον Ζάεφ.

Αν ο Γκρούεφσκι και το VMRO συνεχίσουν αυτήν την πολιτική, τότε υπάρχει κίνδυνος περαιτέρω τριβών, όπως το 2001, ή, στην καλύτερη περίπτωση, να συμβεί αυτό που φοβάται και καταγγέλλει ο Γκρούεφσκι: να επιταχυνθούν οι διαδικασίες ομοσπονδοποίησης του γειτονικού κράτους. Και η Ελλάδα τι θα κάνει;

Η Ελλάδα γνωρίζει ότι τα Σκόπια λειτουργούν αλυτρωτικά. Ωστόσο, σε αντίθεση με την Τουρκία, δεν παρεμβαίνει στα εσωτερικά των γειτόνων. Υποστηρίζει πάντα την εφαρμογή των αρχών και των διαδικασιών της δημοκρατίας, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων. Από εκεί και πέρα, οι εξελίξεις θα έρθουν από μόνες τους. Ενόψει αυτών χρειάζεται ψυχραιμία, διπλωματική εγρήγορση, νηφάλια ανάλυση με βάση το εθνικό συμφέρον και όχι κινδυνολογία περί μεγέθυνσης άλλων γειτονικών κρατών ή ανάφλεξης των Βαλκανίων.


Τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται στα πρόθυρα του πολέμου!

Με αφορμή τα επεισόδια στα Σκόπια (27.04.2017) και σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Ράμα (18.04.2017), ότι δεν θα πρέπει να αποκλείεται η ένωση της Αλβανίας με το Κοσσυφοπέδιο σε περίπτωση μη ένταξης της πρώτης στην ΕΕ, αναπτύχθηκε στα ελληνικά ΜΜΕ ένα κλίμα κινδυνολογίας. Το αφήγημα που μεταδόθηκε στους πολίτες, με την βοήθεια αβάσιμων αναλύσεων, είναι ότι η περιοχή βρίσκεται, περισσότερο ή λιγότερο, στα πρόθυρα της ανάφλεξης.

Είναι όμως πράγματι έτσι;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά από έξι μήνες ακυβερνησίας στα Σκόπια και της εμμονής του Γκρούεφσκι να παραμείνει στην εξουσία, η πιθανότητα σύγκρουσης μεταξύ των Σλαβόφωνων και των Αλβανόφωνων υπάρχει. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά, αφού οι δύο κοινότητες συγκρούσθηκαν το 2001. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ίδια με το 2001. Πολύ απλά διότι οι εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές έχουν υποχωρήσει έναντι των πολιτικών, καθώς μαζί με τους Αλβανόφωνους συμπράττει και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDSM) των Σκοπίων.

Κύριος σκοπός είναι η απομάκρυνση του Γκρούεφσκι από την εξουσία, η διερεύνηση όλων εκείνων των υποθέσεων για τις οποίες κατηγορείται, αλλά και η πλήρης ισονομία και ισοπολιτεία μεταξύ των κοινοτήτων, όπως προέβλεπε η συμφωνία της Αχρίδας του 2001.Και εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο Γκρούεφσκι που κατηγορεί τους Σοσιαλδημοκράτες περίπου ως προδότες, διότι έχουν συμφωνήσει με τα κόμματα των Αλβανόφωνων την ομοσπονδοποίηση του κράτους, στην βάση μίας συμφωνία που έγινε με την βοήθεια της Αλβανίας, της «πλατφόρμας των Τιράνων». Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Γκρούεφσκι πολώνει για να μην σχηματισθεί κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και κομμάτων των Αλβανόφωνων, και να ξαναγίνουν εκλογές, τις οποίες και ελπίζει πως, μέσω της πόλωσης που έχει καλλιεργήσει, θα κερδίσει.
Σε αυτήν την εικόνα, ας προστεθεί και ο ρόλος του διεθνούς παράγοντα, ο οποίος, εδώ και πολύ καιρό, πιέζει προς την κατεύθυνση σχηματισμού κυβέρνησης, με βάση την αρχή της δεδηλωμένης, που εμφανώς διαθέτει ο αντίπαλος του Γκρούεφσκι συνασπισμός. Με μία μόνη εξαίρεση: αυτήν της Ρωσίας, η οποία, χρησιμοποιώντας τακτικές αντίστοιχες της Μέσης Ανατολής, προσπαθεί να επιστρέψει στα Βαλκάνια και προς την οποία έχει στραφεί ο Γκρούεφσκι.

Τι θα μπορούσε κανείς να αναμένει; Το πιθανότερο και καλό σενάριο είναι να σχηματισθεί κυβέρνηση. Σε αυτήν την περίπτωση θα εξαλειφθούν οι τριβές; Όχι, απαραίτητα, καθώς τίποτε δεν αποκλείει να συνεχισθούν. Και αν το καλό σενάριο δεν προκύψει και η χώρα οδηγηθεί σε σύγκρουση, ποιές θα είναι οι συνέπειες για την Ελλάδα; Για να απαντηθεί το ερώτημα, προτείνω να θυμηθούμε το 2001:
κάποια εμπόδια στις οδικές μεταφορές, κάποιες δυσκολίες για τους Έλληνες που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στα Σκόπια και, ασφαλώς, μείωση των όχι και τόσο πολύφερνων Σκοπιανών τουριστών. Αυτά… τίποτε άλλο!

Στην περίπτωση μίας τέτοιας σύγκρουσης, υπάρχει πιθανότητα η Αλβανία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Αλβανόφωνους; Ναι, πιθανότητα πάντα υπάρχει. Ωστόσο είναι μικρή. Πρώτον, γιατί η στρατιωτική και οικονομική ισχύς της Αλβανίας είναι περιορισμένες για μία τέτοια επιχείρηση και, δεύτερον, γιατί ο Ράμα, που βρίσκεται σε προεκλογική ουσιαστικά περίοδο, έχει ξεκάθαρα και αυστηρά προειδοποιηθεί και από το ΝΑΤΟ και από την ΕΕ, τόσο για το Κοσσυφοπέδιο όσο και για τα Σκόπια. Από την άλλη πλευρά, όπως θέλει το σενάριο των κινδυνολογούντων, υπάρχει πιθανότητα η Βουλγαρία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Σλαβόφωνους; Αυτή η πιθανότητα είναι ακόμη πιο μικρή, καθώς η Βουλγαρία είναι κράτος μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και οι σαφείς της προτεραιότητες είναι αναπτυξιακές και οικονομικές.

Και η Ελλάδα; Σε αντίθεση με την Τουρκία ή άλλα κράτη, η χώρα μας δεν παρεμβαίνει στα εσωτερικά των γειτόνων. Υποστηρίζει πάντα την εφαρμογή των αρχών και των διαδικασιών της δημοκρατίας, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων. Και, φυσικά, εφόσον της ζητηθεί, μπορεί, όπως το έκανε το 2001, να συμβάλει στην αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η ψύχραιμη επαγρύπνηση από τους αρμόδιους παράγοντες της χώρας μας είναι δικαιολογημένη, όπως και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, τον οποίο πάντα υποστήριζα. Όχι όμως και η διαχεόμενη κινδυνολογία, η οποία, σε αυτήν την οικονομικά δύσκολη περίοδο, προσθέτει στους πολίτες και την ανησυχία του πολέμου. Στον οποίο κανένας από τους βόρειους γείτονες δεν μπορεί να εμπλέξει την Ελλάδα, πολύ απλά γιατί δεν έχει την ισχύ να το κάνει. Ωστόσο αυτή η κινδυνολογία μπορεί να στραφεί και εναντίον των συμφερόντων της χώρας μας. Διότι το επιχείρημα έχει ήδη διαμορφωθεί και ακούστηκε υπό μορφή ερώτησης: μήπως η γειτονική χώρα βιώνει την αστάθεια επειδή, λόγω της Ελλάδας, δεν έχει ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ; Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι το επιχείρημα μπορεί να μετατραπεί σε πίεση προς την χώρα μας, δηλαδή να υποχωρήσει στις ενταξιακές επιδιώξεις των Σκοπίων και στο ζήτημα του ονόματος χάριν της «σταθερότητας» της περιοχής!

Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει οι «αναλυτές» να είναι πιο προσεκτικοί. Διότι το παραπάνω επιχείρημα ξανακούστηκε και το 2001 και το 1992, αλλά ακόμη περισσότερο, το πρόβλημα της χώρας μας με τα Σκόπια έτσι περίπου ξεκίνησε. Όταν η Ελλάδα, ωθούμενη από τις συμμαχικές ανάγκες της δεκαετίας του 1950, συνήψε διπλωματικές σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία του Τίτο και έθεσε το θέμα της «Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας», τότε της ζητήθηκε να μην επιμείνει και της αντιτάχθηκε το επιχείρημα της σταθερότητας της περιοχής, της μεγάλης της συνεισφοράς προς την Δύση, αλλά και του ότι εν λόγω Δημοκρατία δεν είχε διεθνή οντότητα. Όμως, σαράντα χρόνια μετά, απέκτησε!

Με βάση τα παραπάνω, τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται τώρα στα πρόθυρα του πολέμου! Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς την ύπαρξη εθνικιστικών διεκδικήσεων ή την ανάμειξη παραγόντων εκτός περιοχής, όπως η Τουρκία και η Ρωσία, οι οποίες επιθυμούν την ανάπτυξη των επιρροών τους στα Βαλκάνια. Όμως, κανείς δεν γνωρίζει το άμεσο ή απώτερο μέλλον, καθώς τα ανθρώπινα πράγματα χαρακτηρίζονται από άγνοια του μέλλοντος και αβεβαιότητα. Συνεπώς καλό θα ήταν να παραμείνουμε στις πάγιες συμβουλές που προκύπτουν από την επιστημονική μελέτη των Διεθνών Σχέσεων:
να παρακολουθούμε σταθερά, να αναλύουμε και να αντιμετωπίζουμε με νηφαλιότητα και ψυχραιμία τα γεγονότα, οι κινήσεις μας να στηρίζονται σε έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό και, φυσικά, να αποφεύγουμε την κινδυνολογία, την συνομωσιολογία και την συγκυριακή προσέγγιση των σοβαρών ζητημάτων της ειρήνης και του πολέμου!


Υπάρχει κίνδυνος θερμού επεισοδίου μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας μετά το δημοψήφισμα;

Ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου δεν μειώθηκε, αλλά και δεν αυξήθηκε, σε σχέση με την περίοδο πριν το δημοψήφισμα. Κατά την άποψή μου, ο κίνδυνος ήταν σχετικά χαμηλός, παρά την ρητορική του Ερντογάν.

Εξηγούμαι. Ο Ερντογάν και πριν και τώρα έχει να αντιμετωπίσει μία σειρά μεγάλων προβλημάτων. Στο εσωτερικό, το πρώτο είναι το Κουρδικό, το δεύτερο είναι οι τζιχαντιστές που έχουν διεισδύσει σε διαφορετικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού (όπως ο δολοφόνος του Ρώσου πρέσβη), και το τρίτο είναι η οικονομία. Η Τουρκία είχε ρυθμό ανάπτυξης περί το 9% και τώρα είναι περίπου στο 2.5%. Οι ξένες επενδύσεις φεύγουν, νέες δεν έρχονται και (λόγω και αυτών) η λίρα πέφτει διαρκώς. Ο τουρισμός βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και τέταρτο ζήτημα: η αντίδραση που θα υπάρχει από τους υποστηρικτές του «όχι».

Ας θυμηθούμε και τα προβλήματα στο εξωτερικό. Έχει πρόβλημα στο Ιράκ με την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους. Στην Συρία, η τουρκική εισβολή δεν πέτυχε τους στόχους της, ενώ και εκεί οι Κούρδοι επιδιώκουν αυτονομία. Τέλος, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση, ειδικά με την ΕΕ, δεν είναι οι καλύτερες.

Γιατί λοιπόν στα τόσα προβλήματα να προσθέσει και ένα ακόμη με ένα κράτος της ΕΕ, έτοιμο να αμυνθεί (η άμυνα ευκολότερη της επίθεσης), το οποίο παρά τα οικονομικά δεινά του, διατηρεί μία αξιοπρεπή αποτρεπτική ισχύ;

Τέλος, το σημαντικότερο. Ο Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα, αποδυνάμωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα την τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Μέχρι και αγγελία έβαλαν για να βρούνε νέους πιλότους..! Επιπλέον, ποιον θα αντιμετωπίσουν πρώτον οι δυνάμεις του; Το ΡΚΚ, τους Κούρδους της Συρίας, τους τζιχαντιστές ή και μία επιπλέον σοβαρή πολεμική μηχανή; Και αν κάνει γενική κινητοποίηση, δεν έχει τον φόβο μήπως στραφούν εναντίον του;

Ο μόνος κίνδυνος είναι ένα ατύχημα στον αέρα ή στην θάλασσα. Αλλά αυτός υπήρχε και πριν το πραξικόπημα, όπως και πριν το δημοψήφισμα…

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 23.4.2017